Friday, July 08, 2016

H γη της επαγγελίας


Η φτώχεια και το κρύο θέριζαν την πόλη. Οι πεθαμένοι από την πείνα μεταφέρονταν σωρηδόν στα νεκροταφεία, μισόγυμνοι από το πλιάτσικο,  ακουμπισμένοι πάνω σε ξύλινα καρότσια με τσέρκια που έτριζαν καταστρέφοντας την άσφαλτο, αντί για ρόδες.
Παρόλα αυτά, λίγο πριν κλειστεί για τα καλά στο καμαράκι της στην προσφυγούπολη, η Ελενίτσα συνειδητοποίησε ότι μάλλον θα κατάφερνε να διασώσει το κομπόδεμα που είχε φυλαγμένο για ώρα ανάγκης, αφού,  μπαίνοντας στον έβδομου μήνα, άρχισε να λαμβάνει τμηματικά μια καλή ποσότητα τροφίμων, σταλμένη από τον Στέργιο και ικανή να την απαλλάξει από κάθε έγνοια. Κι όταν πλησίαζαν οι μέρες της κατέφθασε στην προσφυγούπολη η Συμέλα, φορτωμένη με καλούδια και φρεσκοραμμένα μωρουδιακά. 
Η Ελενίτσα την υποδέχτηκε μ’ ευγνωμοσύνη και την εγκατέστησε δίπλα της στο μεγάλο κρεβάτι της κάμαρας για πέντε ολόκληρες μέρες μέχρι τη στιγμή που μια πλημμύρα υγρών, προερχόμενη από την κοιλιά της, προανήγγειλε τη έλευση του μωρού. Η Συμέλα έτρεξε τότε στην καλύβα της μισότυφλης μαμής, στην άκρη του μαχαλά και στη συνέχεια, εφόσον η έγκυος της απαγόρευσε ρητά την είσοδο στο δωμάτιο του τοκετού, βάλθηκε να ζεσταίνει και να ξαναζεσταίνει τα ίδια νερά στο μικρό κουζινάκι, ή να βολτάρει έξω από την πόρτα του δωματίου.
Ειδοποιημένος για το χαρμόσυνο γεγονός, ο Στέργιος έφθασε την επόμενη το πρωί για να παραλάβει την εκστασιασμένη γυναίκα του μαζί με το δώρο που κρατούσε κρυμμένο σε μια μάλλινη κουβέρτα. Για να σιγουρέψει το τυπικό του θέματος είχε κανονίσει την ολιγοήμερη εισαγωγή της Συμέλας στην «Κλινική της εγκύου» στην οδό Κυδαθηναίων, στην Πλάκα. Το σκηνικό της εικονικής  γέννας του στοίχισε βέβαια μπόλικα χρήματα, αλλά απέδωσε τα απαιτούμενα πιστοποιητικά, με βάση τα οποία το μωρό της Ελενίτσας ήταν επισήμως η κόρη του Στέργιου και της Συμέλας.
Επιστρέφοντας στο σπίτι της Πλάκας με το νεογέννητο αγκαλιά, η «λεχώνα», κλείστηκε στο δωμάτιό της αρνούμενη να δεχτεί επισκέψεις προτού να «σαραντίσει». Άλλωστε τους τελευταίους μήνες τους είχε περάσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ράβοντας και πλέκοντας την προίκα του μωρού κι εγκυμονώντας το τηλεπαθητικώς ταυτόχρονα με την Ελενίτσα. Στην αρχή φρόντισε να μαθευτεί η είδηση για την «κατάστασή» της και κυκλοφόρησε ελάχιστα στη γειτονιά, φορώντας ένα καλοβαλμένο μαξιλάρι κάτω από σκούρα φαρδιά ρούχα. Ύστερα, αφού διέδωσε ότι ο γιατρός την είχε διατάξει να μείνει στο κρεβάτι μέχρι να γεννήσει, συμβούλευσε την Ελενίτσα να πάψει να εμφανίζεται στην Πλάκα και φρόντισε να κλειδώνει την αυλόπορτα ώστε να αποφεύγει ακόμα και τις λιγοστές επισκέψεις εκείνης την εποχής.
Τη μοιραία νύχτα, φέρνοντας στον κόσμο το μωρό της, η Ελενίτσα ζήτησε να της το δώσουν να το φιλήσει κι αμέσως μετά, λίγο πριν γυρίσει το κεφάλι της προς τον τοίχο κι επιτρέψει στον εαυτό της ένα και μοναδικό δάκρυ, διέταξε τη Συμέλα να πάρει το παιδί και να εξαφανιστεί. Παρόλα αυτά, λίγους μήνες αργότερα, θα ξαναβρισκόντουσαν τυχαία στα σκαλιά της Μεγάλης Βρετανίας, τη στιγμή που η Ελενίτσα προετοίμαζε τη μεγάλη έξοδο προς τη νέα της ζωή.
Γιατί, παρά το γεγονός ότι, την εποχή εκείνη, η αλληλογραφία περνούσε, στην κυριολεξία, από σαράντα κύματα, τα γράμματα του κυρίου Ντίνου εξ Αιγύπτου εξακολουθούσαν να φθάνουν στο σπιτάκι της προσφυγούπολης, έστω και με καθυστέρηση. Η βολική πολύμηνη απουσία του μάλιστα, συνέπεσε με την περίοδο της προχωρημένης εγκυμοσύνης και της γέννας και παρατάθηκε τόσο, όσο χρειαζόταν, ώστε το σώμα της καλής του να επανέλθει στη  φόρμα του. Ύστερα, όταν έφθασε η ημέρα της επιστροφής του Ντίνου, η «δεσποινίς Ελενίτσα», αφού μάζεψε τα υπάρχοντά της σε μια μεγάλη, χάρτινη βαλίτσα, ξόδεψε λίγο χρόνο για να ράψει τις λιγοστές λίρες της στο στρίφωμα του ταγέρ της. Βγαίνοντας από τη μικρή καγκελόπορτα έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι όπου είχε ξοδέψει χρόνια έντιμου συζυγικού βίου αλλά και έσχατου  ξεπεσμού, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει πόσο θανάσιμα το μισούσε. Ύστερα, σήκωσε τη βαλίτσα και ξεπόρτισε βιαστικά, φροντίζοντας να πετάξει το κλειδί της εξώπορτας στον πρώτο υπόνομο που συνάντησε στον δρόμο της. Το επόμενο διάστημα οι  γείτονες θα διαπίστωναν ότι είχε φύγει χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και, καθώς ο χρόνος περνούσε, η παρατεταμένη απουσία της οδήγησε κάποιους στο συμπέρασμα πως δεν επρόκειτο να την ξαναδούν στα μέρη τους.
Γιατί ο μεγάλος πόλεμος, από τον οποίο η δεσποινίς Ελενίτσα και ο κύριος Ντίνος σκόπευαν να δραπετεύσουν το συντομότερο, έδωσε την ευκαιρία και στους δυο να γίνουν αυτό που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, υποδύονταν.  Εκείνος, εκμεταλλευόμενος τα κέρδη από τις κατοχικές παρτίδες,  μπορούσε επιτέλους να ασχολείται με το εμπόριο βαμβακιού διατηρώντας γραφεία στην  καρδιά του Καϊρου και η σύζυγός του να μεταμορφωθεί σε μια εύθραυστη κυρία της καλής κοινωνίας που κελαηδούσε τις εντολές της σε έγχρωμους υπηρέτες, ψώνιζε υφάσματα εισαγωγής από καταστήματα νεωτερισμών και παράγγελνε κινέζικες πορσελάνες από το περιοδικό Βelle Egypte όπως όλες οι κυρίες της σειράς της.  Άλλωστε, τα πρώτα χρόνια της καινούργιας της ζωής, η madame Helen, συνεπαρμένη από την ίδια της την επιτυχία, απολάμβανε τα προνόμια του έντιμου συζυγικού βίου με τρόπο που τη έκανε περιζήτητη. Το γεγονός αυτό οφειλόταν στη χαρακτηριστική άνεση, με την οποία συνήθιζε να σκλαβώνει τους γνωστούς του άντρα της σε καλέσματα κοινωνικής συναναστροφής, ή στο σαλόνι μιας ολόλευκης κατοικίας, την οποία εκείνος, χάρη στην ικανότητά του να μυρίζεται ευκαιρίες, είχε καταφέρει να αγοράσει μισοτιμής σε πλειστηριασμό, φορτωμένη με τον πλήρη εξοπλισμό της.
Εγκαθιστώντας την, λοιπόν, σε αυτό το σπίτι, το γεμάτο με αγγλικά και γαλλικά έπιπλα, το ντυμένο με ανατολίτικα χαλιά και βαριές κουρτίνες, ο Ντίνος, είχε αποφασίσει να τη μεταμορφώσει σε μια κομψή οικοδέσποινα της παροικίας. Μετά το πρώτο διάστημα όμως, καθώς η μαθήτρια αποδείχθηκε απρόσμενα δεκτική, οι συμβουλές του συζύγου για θέματα κομψότητας και κοινωνικής συμπεριφοράς άρχισαν να γίνονται περιττές, εφόσον η ίδια, παρατηρώντας σχολαστικά τον κόσμο γύρω της, έμοιαζε να αφομοιώνει πληροφορίες και να αντιγράφει φερσίματα με  ταχύτητα. Κατά τη γνώμη του Ντίνου η μεταμόρφωσή της είχε συντελεστεί στην κυριολεξία από τη μια στιγμή στην άλλη, γεγονός που συνειδητοποίησε ένα απόγευμα επιστρέφοντας νωρίς στο σπίτι, ύστερα από μεγάλο διάστημα εντατικής δουλειάς. Κατευθυνόμενος προς το σαλόνι γνώριζε ήδη ότι η γυναίκα του  έπινε το τσάι της με γνωστές κυρίες, αλλά η εικόνα που αντίκρισε μπαίνοντας τον έκανε να κοντοσταθεί έως ότου συνειδητοποιήσει ότι η κομψή νεαρή ύπαρξη στο κέντρο του κάδρου, αυτή με το κοκτέιλ φόρεμα και τη στητή πλάτη, που κρατούσε το φλιτζάνι του τσαγιού  με την άκρη των δακτύλων της και φλυαρούσε περί ανέμων και υδάτων ήταν ή Ελενίτσα. Η Ελενίτσα  του  GB, αυτή με τον ανύπαρκτο θείο και τις κρυφομανταρισμένες κάλτσες. Η αφιχθείσα στο ξενοδοχείο του κουβαλώντας το βιος της σε μια ταλαιπωρημένη βαλίτσα, έτοιμη να παντρευτεί βιαστικά, με εκείνο το χιλιοφορεμένο ταγέρ, στο στρίφωμα του οποίου είχε καταχωνιάσει το φτωχικό της κομπόδεμα. Ο Ντίνος ένιωσε τότε τον έρωτά του για εκείνη να βαθαίνει, τροφοδοτούμενος από ειλικρινή θαυμασμό και μια πεποίθηση  πως  οι δυο τους, δεμένοι με μικρά και μεγάλα μυστικά, εφοδιασμένοι με θεμελιώδη κατά συνθήκη ψεύδη, έμοιαζαν πλέον σαν δυο σταγόνες νερό, ικανές να γλιστρήσουν οπουδήποτε, να διεισδύσουν παντού, να ξεγελάσουν και να γοητεύσουν τους καχύποπτους της αρχαίας γης της Επαγγελίας, στην οποία είχαν προσφάτως μεταναστεύσει, παραμένοντας άτρωτοι και κερδίζοντας σπιθαμή προς σπιθαμή τη ζωή που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, υποκρίνονταν ότι μετέφεραν στις βαλίτσες τους, μαζί με ένα λαμπρό παρελθόν, τόσο καλά τεκμηριωμένο ώστε να μη χρήζει διερεύνησης.
Στο μεταξύ, η νιότη της άνθιζε δίπλα στον δεύτερο σύζυγό, ο οποίος είχε, και πάλι, σχεδόν τα διπλά της χρόνια.  Η ομορφιά της γινόταν ολοένα και πιο εντυπωσιακή, καθώς ενισχυόταν από τον πηγαίο ενθουσιασμό μιας γυναίκας προσφάτως προσγειωμένης σε έναν απέραντο κήπο γεμάτο καινοφανή θαύματα, των οποίων η προσέγγιση συνεπαγόταν για αυτήν αλλεπάλληλες καθημερινές μυήσεις, μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις, ικανές να την καταπλήξουν και να τη συνεπάρουν σε ανυπόκριτη ευτυχία. Η διαδικασία αυτή εξαφάνιζε ταυτοχρόνως τη μέχρι στιγμής διαφυλαγμένη, χάρη στην παρελθούσα βιοποριστική πορνεία, πρωτογενή της αθωότητα, καθώς, μέρα με την ημέρα, συνειδητοποιούσε πως μικρές ή μεγάλες στιγμές ευτυχίας, οι οποίες στο παρελθόν θα κόστιζαν κομμάτια από τη σάρκα της, στην καινούργια της ζωή προϋπέθεταν απλώς την παρουσία της.
Η νεαρή κυρία, λοιπόν, πέρασε το πρώτο διάστημα της ζωής της στο Κάιρο καθηλωμένη από την παραπάνω διαπίστωση, προσπαθώντας ταυτοχρόνως να μασήσει και να καταπιεί τις μεγάλες ποσότητες ευφορίας με τις οποίες την τροφοδοτούσε η καθημερινότητα στο λευκό σπίτι. Μια καθημερινότητα που κυλούσε σε ευάερα δωμάτια με φρεσκογυαλισμένα πατώματα, ανάμεσα σε ήχους συγκρουόμενων πορσελάνινων σκευών, ή τις ακατάληπτες πρωινές φράσεις μιας καμαριέρας με κολλαριστό μπονέ καθώς τραβούσε τις κουρτίνες κι άφηνε το σκληρό φως να εισβάλει. Το καθήκον, λοιπόν, εκείνης της νεοφώτιστης madame ήταν να ανασηκώνεται ελαφρά, αφήνοντας την κοπέλα να τακτοποιήσει τα μαξιλάρια της και, ύστερα, να ακουμπά αναπαυτικά για να απολαύσει το πρωινό της, λίγο πριν εφορμήσει στη συναρπαστική μέρα. Το καθήκον της επίσης, απείχε πολύ από την κοπιαστική αναμονή για την εξασφάλιση τριάντα γραμμαρίων μαύρου ψωμιού, τη λαθραία ξύλευση προς εξασφάλιση θέρμανσης, τη σιχαμερή μυρωδιά σάπιων δοντιών που ανέδιδε η βιοποριστική ερωτική συνεύρεση, ή το βίαιο ξέσπασμα του εκνευρισμένου εραστή. Αντιθέτως, αυτό το καινούργιο καθήκον ταυτιζόταν πλέον με τη δοκιμασία των αντοχών ευγενικών υπαλλήλων καταστημάτων νεωτερισμών, με την σπατάλη φρέσκου χρήματος για την αγορά δαντελένιων εσωρούχων, το πλατωνικό φλερτ κομψών κυρίων σε βραδινές συγκεντρώσεις, ή την παρέα μεταξένιων οικοδεσποίνων ευήλιων σαλονιών της παροικίας. 
Ο απόηχος εκείνου το συζυγικού βίου έφθανε στο σπίτι της Πλάκας με τη μορφή ανορθόγραφων επιστολών, γραμμένων, όμως, σε κομψά επιστολόχαρτα με το μονόγραμμα της αποστολέως σχεδιασμένο στο επάνω μέρος. Σε κάποιες περιπτώσεις η είδηση της εκ Καΐρου αδιατάρακτης ευτυχίας ταξίδευε μέχρι την οδό Γκούρα καταγεγραμμένη σε μικρές ευχετήριες φράσεις σκαλισμένες στο πίσω μέρος ειδυλλιακών καρτ ποστάλ, ή στριμωχνόταν σε μυστηριώδη δέματα που φώλιαζαν για μέρες στη βάση ενός  κατάφορτου χριστουγεννιάτικου δέντρου μέχρι να έρθει η στιγμή να ανοιχτούν.  Και παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο τους θα μπορούσε, κατά περίπτωση, να χαρακτηριστεί αλλοπρόσαλλο, τα δέματα αυτά κατέφθαναν με συνέπεια και κέντριζαν την ανυπομονησία των παιδιών της οδού Γκούρα για πολλά χρόνια. Έτσι, η μικρή Ελένη, η Δρακολένη όπως την αποκαλούσε η Συμέλα στις συζητήσεις της με τα εικονίσματα, σε ηλικία πέντε ετών, έλαβε ως χριστουγεννιάτικο δώρο ένα σερβίτσιο μαχαιροπήρουνων, εκατόν είκοσι τεμαχίων, της συλλεκτικής σειράς Grosvenor Oneida του 1925. Στα οκτώ της, ένα πλατύγυρο καπέλο διακοσμημένο με στάχυα, στα δέκα έναν οδηγό επιβίωσης για προσκόπους, γεμάτο ναυτικούς κόμπους και οδηγίες επίδεσης τραυμάτων και στα είκοσι μια ολοκέντητη στολή οδαλίσκης για  δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Το δέμα περιείχε συνήθως δώρα και για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, το ίδιο παράξενα με τα προοριζόμενα για την Δρακολένη. Ο Στέργιος, παραδείγματος χάριν, λάμβανε τακτικά συναρμολογούμενα καλάμια ψαρέματος και μεγεθυντικούς φακούς, ο Μίμης δερμάτινα άλμπουμ με συλλογές γραμματοσήμων και αποξηραμένα έντομα και η Συμέλα βελόνες πλεξίματος από κόκκαλο φάλαινας, μικροσκοπικά κιάλια για την όπερα, μικρά μπιμπελό σκαλισμένα σε έβενο και, σε περιπτώσεις φωτεινών διαλειμμάτων της Ελέν, μάλλινες εσάρπες ή παντόφλες. Με το πέρασμα του χρόνου αυτά τα δώρα μετεξελίσσονταν σε προσωπικές συλλογές παράξενων αντικειμένων, φυλαγμένες στα άδυτα συρταριών των μελών της οικογένειας μαζί με ασπρόμαυρες φωτογραφίες, στο πίσω μέρος των οποίων αναγράφονταν φράσεις όπως «Απόκριες εις Ελληνικήν Λέσχην Καΐρου», «Πρωτοχρονιά εις Πορτ Σάιντ», ή «Δείπνον παλαιών Παροίκων Σουέζ και Πορτ – Τεουφήκ». Η εξωτική θεία εξ Αιγύπτου πόζαρε σε αυτές  χαμογελαστή, πότε ντυμένη Κλεοπάτρα, πότε φορώντας μακριά τουαλέτα, αλλά, πάντα, κρατώντας  αγκαζέ έναν τροφαντό κύριο με λευκό κοστούμι και στρογγυλά μεταλλικά γυαλιά. Παρόλα αυτά, μικρές, ασήμαντες φράσεις, φωτογραφίες σαν αυτές που κατέφθαναν στην Πλάκα κρυμμένες στα φύλλα της ισόβιας αλληλογραφίας κι εκείνα τα αλλοπρόσαλλα δώρα, που κανείς δεν έκανε τον κόπο να χρησιμοποιήσει, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποκάλυψη του σκοτεινού σημείου μιας φαινομενικά ανέφελης ευτυχίας. Του σκοτεινού σημείου εξαιτίας του οποίου, η Ελέν τελώντας υπό την επήρεια ενός υποβόσκοντος πανικού, μιας παράξενης σύγχυσης, αγόραζε καλάμια ψαρέματος όχι επειδή πίστευε ότι ο Στέργιος θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει, αλλά επειδή της ήταν αδύνατον να αντισταθεί στην ιδέα της απόκτησής τους. Για την ακρίβεια επειδή ένιωθε πως, εφόσον εκείνο το καλάμι υπήρχε, η  ίδια όφειλε να το αποκτήσει. Με την πάροδο του χρόνου η βουλιμική αυτή διάθεση, που είχε ως συνέπεια μια ανεξάντλητη τάση για συσσώρευση, άρχισε να γίνεται αισθητή στην τσέπη του Χαουάνγκα Ντίνο. Τόσο αισθητή όσο και δυσεπίλυτη. Γιατί, κατά καιρούς, η εμμονή της γυναίκας του αποκτούσε θεματικό περιεχόμενο και η βουλιμία της την ωθούσε στο να αγοράζει ικανό αριθμό δειγμάτων του αντικειμένου που μονοπωλούσε εκείνη την εποχή το ενδιαφέρον της. Στη μια περίπτωση επειδή επρόκειτο για κάτι σπάνιο, στην άλλη για κάτι ξεχωριστά όμορφο ή ιδιαίτερα πολύτιμο ή τόσο απλό και χαριτωμένο! Στο τέλος κάθε τέτοιας εφόρμησης επέστρεφε στο σπίτι από κάποια αγορά του Καΐρου, συχνά από το Χαν ελ Χαλίλι, ένοχη, σχεδόν μετανοημένη, έχοντας διασχίσει τρέχοντας πολύβουα σοκάκια, προσπεράσει σαραβαλιασμένες καρέκλες επιφορτισμένες με καθήκοντα υπαίθριων παγκακιών, σμάρια καλοταϊσμένων μυγών, μειλίχιους σαρικοφόρους πωλητές, θορύβους ποδηλατικών κουδουνιών και ιππήλατων οχημάτων, μυρωδιές καιόμενων θυμιαμάτων, δύσοσμες σωματικές εκκρίσεις και λαρυγγισμούς ιπτάμενων χοτζάδων εγκατεστημένων σε καφασωτούς μιναρέδες. Και παρά το γεγονός ότι αυτές οι εφορμήσεις ήταν σχεδόν καθημερινές, με δυσκολία θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η Ελέν γνώριζε ή αγαπούσε την πόλη στην οποία έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της, γιατί κατά τη διάρκεια εκείνων των πανικόβλητων διαδρομών, νιώθοντας μια πυρετική αγωνία, οφειλόμενη στο χρηματικό ποσό που κουβαλούσε στην τσάντα της, ενόσω αναζητούσε τρόπους για να το ξοδέψει, άφηνε μια πόλη, ανάξια να εξερευνηθεί, να βουίζει γύρω της αποφασίζοντας προκαταβολικά για την ασχήμια της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που άλλοτε, σε στιγμές ξεγνοιασιάς, οχυρωμένη στον κηπάκο της, θεωρούσε δεδομένη και αδιαμφισβήτητη την ασχήμια της παραγκούπολης.
Ακουμπώντας, λοιπόν, τσαλακωμένα χαρτονομίσματα σε πάγκους καταστημάτων ή υπαίθρια καρότσια, αλλά αποφεύγοντας εντατικά το σχεδόν στοργικό, αν όχι πονεμένο, βλέμμα εκείνων των μικροπωλητών, με τις παλάμες της ιδρωμένες και τα δάχτυλα να τρέμουν ελαφρώς καθώς ανέσυρε λερά χαρτονομίσματα με σκοπό να τα ξεφορτωθεί, ένιωθε ένα παράλογο συναίσθημα οχύρωσης, για να συνέλθει λίγο αργότερα, και να βυθιστεί σε ανομολόγητη ενοχή συνειδητοποιώντας πως είχε μόλις αποκτήσει το δέκατο σερβίτσιο μαχαιροπήρουνων μέσα σε διάστημα ενός μήνα. Φρόντιζε τότε να εξαφανίζει τα λάφυρα των επιδρομών της ταχυδρομώντας τα δεξιά κι αριστερά σε φίλους και συγγενείς, γεγονός που καθιστούσε τη δαπάνη των χρημάτων της ένα μυστήριο για τον σύζυγό της. Φυσικά, ο Χαουάνγκα, θα μπορούσε να έχει από καιρό διαλευκάνει το μυστήριο, εφόσον έκανε τον κόπο να ρίξει μια ματιά  στην τουαλέτα της για να διαπιστώσει πως εκείνη διέθετε ποσότητα πούδρας συγκεκριμένης υφής, αποθηκευμένη σε είκοσι άθικτες πουδριέρες διαφορετικού υλικού και σχήματος, ικανή να πουδράρει τις μύτες ολόκληρης της Αστικής Σχολής Θηλέων της συνοικίας του Μπαμπ ελ Λουκ. Ή πως οι λίμες στο συρτάρι της αρκούσαν για να λιμάρουν ταυτοχρόνως τα νύχια τους όλες οι μαθήτριες του Αχιλλοπούλειου Παρθεναγωγείου.
Το μυστήριο της εξαΰλωσης του μηνιαίου επιδόματός της διαλευκάνθηκε τελικά με τη βοήθεια της μαγείρισσας Νούζχα, που απηυδισμένη από το ανησυχητικό φρακάρισμα των ντουλαπιών της κουζίνας της,  αποφάσισε να ανέβει στο εσωτερικό μπαλκόνι και να παρακαλέσει τον Χαουάγκα να τη σώσει από τη madame, η οποία, το τελευταίο διάστημα, είχε σπεύσει να προμηθευτεί απανωτές ποσότητες ολοκαίνουργιων πιάτων προκαλώντας το αδιαχώρητο, αλλά συνεχίζοντας ακάθεκτη. Η πληροφορία αυτή στάθηκε ικανή να ανοίξει τα μάτια του συζύγου κι όταν το θέμα αυτό διευθετήθηκε εν μέρει, χάρη στην αυστηρή επιτήρηση μιας συνοδού, ο ρυθμός άφιξης αλλοπρόσαλλων αντικειμένων στο σπίτι της Πλάκας αποκαταστάθηκε σε μια λογικότερη ροή, την οποία σηματοδότησε η αποστολή μιας ολόσωμης μπογιατισμένης φωτογραφίας της με κόκκινο φόρεμα. Αυτό, λοιπόν, το στιγμιότυπο της Ελέν, καθώς ατένιζε χαμογελώντας το άπειρο, όρθια, δίπλα σε ένα μεγάλο τζάκι με βαριά μπουαζερί, κρεμασμένο για χρόνια  στον τοίχο του σαλονιού της οδού Γκούρα,  επέβλεψε την παιδική και εφηβική ζωή της Δρακολένης και, εξαιτίας κάποιας παράξενης προτίμησης της τελευταίας, τη συνόδευσε στο γαμήλιο σπίτι ενός συζύγου πανομοιότυπου με εκείνον τον άφωνο της εξωτικής θείας. 
Αμέσως μετά την άφιξη της συγκεκριμένης φωτογραφίας, σε τακτά χρονικά διαστήματα, μαζί με τα γράμματα και τα δέματα, άρχισαν να καταφθάνουν άλλες, στρουμπουλών μωρών που τα έλεγαν Συμέλες, Στέργιους, Δράκους και Ελέν-Μαρίες. Ύστερα, τα ίδια μωρά, φθάνοντας διαδοχικά στην ηλικία των έξι, παρήλαυναν στην τακτική αλληλογραφία ποζάροντας μπροστά στη μεγάλη είσοδο της Αμπέτειου Σχολής ντυμένα με σκουρόχρωμες σχολικές ποδιές γαρνιρισμένες με λευκά γιακαδάκια. Σε άλλες περιπτώσεις πλατσούριζαν  στα ρηχά πάνω από διευκρινιστικές λεζάντες όπως «Η Ελέν-Μαρία εις Νείλον» ή ατένιζαν τον φακό καθισμένα κάτω από μεγάλα δέντρα, εικονοποιώντας σημειώσεις όπως «ο Στέργιος και η Συμέλα εις την εξοχήν Μανσούραν».
Προς το τέλος αυτής της περιόδου, ύστερα από τέσσερις καταγεγραμμένες γέννες, έχοντας διανύσει μια μακρά περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας εγκυμονούσε σχεδόν ακατάπαυστα, η Ελέν αναγκάσθηκε  να υποταχθεί στις βουλές του συζύγου της που δήλωσε απρόθυμος να συνεχίσει να την γονιμοποιεί, διαπιστώνοντας ότι η θεματική βουλιμία της είχε πλέον επικεντρωθεί στην τεκνοποίηση. Τότε εκείνη, έχοντας από καιρό θάψει την ανάμνηση της σπαθάτης κορμοστασιάς της στα κατάβαθα ενός συρταριού της τουαλέτας της, δίπλα στην πάνινη μεζούρα, με την οποία συνήθιζε να μετρά τη μέση της μετά από κάθε γέννα, άρχισε να τον ζηλεύει θανάσιμα. Η εμμονή της αυτή, το επόμενο διάστημα, την οδήγησε σε περιστασιακές, υπέρ νταντάδων και δασκάλων, παραιτήσεις από την ανατροφή των παιδιών, προκειμένου να καταδιώξει και να ξεσκεπάσει τον άπιστο σύζυγό. Για μεγάλο διάστημα επέμενε να βλέπει ύπουλες αντιζήλους έτοιμες  να απειλήσουν την ευτυχία της στα απογευματινά τέια, στις συγκεντρώσεις οδηγισμού, σε κυριακάτικους περιπάτους στις δεντροστοιχίες της Γκίζα, σε πανηγυρικές λειτουργίες στον Άγιο Νικόλαο του Χαμζάουι αλλά και στο υπόγειο του σπιτιού της, ανάμεσα σε παραμαγείρισσες και καμαριέρες, παρά το γεγονός ότι οι γενετήσιες ορμές του συζύγου της τελούσαν  εκείνη την περίοδο υπό καταστολή, τόσο λόγω της ηλικίας του, όσο και λόγω κρίσιμων πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων που συγκλόνιζαν την Αίγυπτο.  Παρόλα αυτά, το περιστατικό που αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή εκείνης της εμμονής διαδραματίστηκε σε ένα πάρτι, λίγα χρόνια μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων ζήλειας. 
Εκείνο το απόγευμα, οι Γιουνανεϊν, είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στον κήπο μιας βίλας στο προάστιο Μααντί, έτοιμοι να διασκεδάσουν χορεύοντας και φλυαρώντας κάτω από φυλλώματα δέντρων με βαρύς κορμούς, ανάμεσα στους  οποίους μπορούσε κανείς να διακρίνει τα νερά του Νείλου να κυλούν αθόρυβα. Στο πικάπ έπαιζε το The great pretender των Platters και η Ελέν απολάμβανε σπιτική λεμονάδα, όταν το βλέμμα της έπεσε σε ένα ενδιαφέρον φλοράλ φουρό, οι πτυχώσεις του οποίου αναδιπλώνονταν πάνω στα μπατζάκια ενός γνώριμου λευκού παντελονιού από λινό ύφασμα. Προσέχοντας λίγο καλύτερα συνειδητοποίησε ότι η νεαρή, καλοβαλμένη κυρία που φορούσε εκείνο το ωραίο ρούχο, απολάμβανε το περιπαθές αγκάλιασμα του Ντίνου, ο οποίος λικνιζόμενος την οδηγούσε ανάμεσα στα υπόλοιπα ζευγάρια ακούγοντας προσεκτικά την ανέμελη φλυαρία της. Το θέαμα αυτό έκανε την Ελέν να πανιάσει ενόσω, το μυαλό της κατακλυζόταν από τις εικόνες μιας επαπειλούμενης εγκατάλειψης κι ενός ακόμα ξεπεσμού που θα μπορούσε, αυτήν την φορά, να την καταστρέψει ανεπανόρθωτα. Τότε, νιώθοντας το αίμα να συγκεντρώνεται πιεστικά στους κροτάφους  της, πλησίασε προς το ζευγάρι και προκάλεσε έναν καβγά σαν τους παλιούς του σκονισμένου μαχαλά που, όλα αυτά τα χρόνια, επέμενε  να επιστρέφει στους εφιάλτες της περισσότερο αποκρουστικός από όσο υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Η νεαρή κυρία, είχε προσπαθήσει να αμυνθεί, αλλά υποχώρησε νιώθοντας τούφες μαλλιών να ξεριζώνονται βίαια από το τριχωτό του κεφαλιού της και, πολύ σύντομα, βρέθηκε να κυλιέται στο έδαφος εισπράττοντας νυχιές και ακατανόμαστες βρισιές, την ίδια στιγμή που το ανθισμένο φουρό της σάρωνε τα φύλα και τα κλαράκια του νοτισμένου εδάφους.
Τον επίλογο της συγκεκριμένης βραδιάς αποτέλεσε ένα αγανακτισμένο λογύδριο γεμάτο νουθεσίες και παράπονα, μέσω του οποίου, ο Χαουάνγκα Ντίνο, καθισμένος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου που τους μετέφερε στο σπίτι, εξέφρασε για πρώτη φορά  απροκάλυπτα συναισθήματα κόπωσης, ενημερώνοντάς τη γυναίκα του ότι είχε πάψει από καιρό να νιώθει κολακευμένος από όλες αυτές τις παράλογες σκηνές, μέσω των οποίων εκείνη φρόντιζε να τον ρεζιλεύει τακτικότατα. 
Η συγκεκριμένη εμμονή της Ελέν ξεπεράστηκε εκείνη τη νύχτα, εντελώς ξαφνικά, με το ίδιο ακριβώς τρόπο που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν συνήθως οι μονομανίες της. Και λίγες μέρες αργότερα, όταν ο σύζυγος της την έθεσε προ ενός φοβερού, όπως εκείνος πίστευε, διλήμματος, οι πρόσφατες έννοιες της έμοιαζαν ήδη μακρινό και ανούσιο παρελθόν. Γιατί, κατά τη διάρκεια εκείνης της συζήτησης, ο Ντίνος είχε περιγράψει στη σύζυγό του την πολιτική κατάσταση της χώρας, τονίζοντας πως, κάτω από αυτές τις συνθήκες, αν ήθελε να συνεχίσει την ζωή της στην Αίγυπτο έπρεπε να ξεχάσει κάθε πιθανότητα επιστροφής στη «γαλάζια πατρίδα». Η Ελέν όμως παρέμεινε ατάραχη σε βαθμό αναισθησίας γιατί οι σκονισμένες αναμνήσεις της από την Ελλάδα, γεμάτες με λερές αυλές και τενεκεδένιες καλύβες απείχαν πολύ από το να ταυτιστούν με οποιοδήποτε άλλο χρώμα εκτός από το κατάμαυρο της πορνείας και της Κατοχής.

Παρέμεινε, λοιπόν, ατάραχη και στη συνέχεια δήλωσε έτοιμη να αλλάξει θρήσκευμα και υπηκοότητα γνωρίζοντας πως, στη δική της περίπτωση, καμιά θυσία δεν ήταν θυσία και κανένα δίλημμα δεν ήταν δίλημμα εφόσον εξασφάλιζε την παραμονής της στην γη της Επαγγελίας.

No comments: