Friday, January 23, 2015

Η Σιμέλα και το καταραμένο φίδι

Στα νιάτα της, υπήρξε μια μικροσκοπική, αεικίνητη γαλανομάτα με ξανθά μαλλιά, κόρη Αθηναίου κτηνοτρόφου, από αυτούς  που έβοσκαν τα κοπάδια τους κάτω από τον Ακρόπολη κουκουλωμένοι με ανάρριχτες τρίχινες κάπες.
Μια αποφράδα μέρα, στα έξι της, καθώς έπαιζε στον κήπο του πατρικού της στην Πλάκα, άρχισε να στριγγλίζει τη φράση «ένα ποντικάκι, ένα ποντικάκι». Η τρομοκρατημένη από τις φωνές μάνα της τη βρήκε λίγο αργότερα να σκαλίζει με μια κληματόβεργα το άψυχο σώμα ενός γκριζωπού φιδιού. Η μικρή στεκόταν με καμάρι δίπλα του και ισχυριζόταν, με απόλυτη σιγουριά, πως επρόκειτο για ένα ποντίκι που προσπαθούσε να μπει στο σπίτι για να «φάει τα στρώματα». Ο «φιδοπιάστης», ο οποίος κατέφθασε στο σημείο ειδοποιημένος, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, από την οικογένεια, περιορίστηκε στο να επιβεβαιώσει τον θάνατο του φιδιού, να τοποθετήσει το πτώμα σε  ένα γυάλινο μπουκάλι γεμάτο καθαρό οινόπνευμα και στη συνέχεια να το περιφέρει στις γειτονιές, ενημερώνοντας τους κατοίκους για το σημείο και τον τρόπο με τον οποίον είχε σκοτωθεί.
Παραδόξως, η  Συμέλα, ήταν ένα από τα ελάχιστα κορίτσια που φοιτούσαν εκείνη την εποχή στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, καθώς ο πατέρας της, μισώντας την μειονεκτική θέση στην οποία τον καταδίκαζε ο αναλφαβητισμός του, επέμενε να την εγγράφει εκεί μέχρι την αποφοίτησή της.  Έτσι, η ιστορία του φιδιού δεν άργησε να φθάσει στα αυτιά του δασκάλου της, ο οποίος, έκρινε σκόπιμο να τη σηκώσει στον πίνακα και να τη συγχαρεί μπροστά σε όλη την τάξη, παρομοιάζοντας το κατόρθωμά της με τον άθλο του Ηρακλή. Αμέσως μετά, όλοι στο σχολείο, άρχισαν να τη φωνάζουν Ηρακλίνα, Ηρακλεία, Ηρακλίτσα Ηρακλιά και Ηράκλαινα, ανάλογα με το πώς ερχόταν στον καθένα. Κατόπιν τούτου, η κοπέλα μετάνιωνε πικρά την ώρα και τη στιγμή που η μοίρα την είχε φέρει αντιμέτωπη με το καταραμένο φίδι, καθώς η συνάντηση αυτή της είχε κοστίσει το όμορφο όνομά της. Για τον λόγο αυτό, δεν δίσταζε, με κάθε ευκαιρία, να επιβεβαιώνει τη φήμη της καταχερίζοντας όσους τολμηρούς συνομηλίκους της έκαναν το λάθος να την προσφωνούν με το παρατσούκλι της.
Στα δεκάξι ερωτεύτηκε τα μελωδικά γαλλικά ενός ευγενικού νεαρού, ο οποίος ξόδευε τον περισσότερο χρόνο του βολτάροντας μπροστά στο παράθυρό της, ντυμένος με το κομψότερο κοστούμι που είχε δει στην ζωή της και κρατώντας στα χέρια του ένα από εκείνα τα  ψαθάκια  με την ετικέτα ΠΙΛ – ΠΟΥΛ γαζωμένη στο εσωτερικό τους. Αν εξαιρέσει κανείς το ελληνικής κατασκευής καπέλο του, η φροντισμένη εμφάνιση του δανδή οφειλόταν, κυρίως στην προνοητικότητα του. Γιατί, λίγο  πριν από την επιστροφή του στην Ελλάδα, έχοντας πλέον πατημένα τα είκοσι, αποφάσισε να επενδύσει τις οικονομίες του στην αγορά μιας καθώς πρέπει αμφίεσης. Για τον λόγο αυτόν τόλμησε να διαβεί το κατώφλι ενός από τους ακριβότερους παριζιάνικους οίκους μόδας της εποχής και να ακουμπήσει εκεί και το τελευταίο του νόμισμα.
Μερικά χρόνια πριν, στα δώδεκα, ο Στέργιος είχε ακολουθήσει τους γονείς του σε μια βιαστική μετεγκατάσταση στη πόλη του φωτός. Η οικογένεια θα συναντούσε εκεί έναν μακρινό συγγενή, ο οποίος είχε ήδη εξασφαλίσει στον πατέρα του μια θέση εργασίας σε κάποιο δημόσιο έργο. Όταν ο σύζυγός της πέθανε από καρδιακή προσβολή, δουλεύοντας με εξαντλητικούς ρυθμούς για να τα βγάλει πέρα, η μητέρα του Στέργιου αναγκάστηκε να γίνει καμαριέρα σε ξενοδοχείο και ο ίδιος, παράλληλα με το σχολείο, να δουλεύει λαντζιέρης σε εστιατόριο. Με αυτόν τον τρόπο, οι δυο τους, προσπάθησαν μάταια, εκτός από το να βιοποριστούν, να συγκεντρώσουν χρήματα για να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Αφού τους άφησε να ταλαιπωρηθούν, απολαμβάνοντας τη σπαραξικάρδια αλληλογραφία  με την κόρη της, η σκληρόκαρδη γιαγιά του Στέργιου, η μητέρα της μητέρας του, αποφάσισε να τη συγχωρέσει για τον αποτρόπαιο γάμο της και να της στείλει τα έξοδα του πολυήμερου ταξιδιού της επιστροφής.
Τα πρώτα χρόνια, αμέσως μετά την επιστροφή του, έχοντας εξασφαλίσει ένα πενιχρό χαρτζιλίκι, με το οποίο η γιαγιά του τον δωροδοκούσε προκειμένου να την επισκέπτεται, ο Στέργιος προτίμησε να τα περάσει χαριεντιζόμενος σε ατέλειωτους περιπάτους κάτω από τις ακακίες της Πλατείας Συντάγματος, θαυμάζοντας τα χρωματιστά φορέματα των κυριών και παρακολουθώντας τις κινήσεις μιας μικροκαμωμένης ξανθιάς με πονηρό βλέμμα που κρυβόταν κάτω από το πλατύγυρο καπέλο της όσες φορές  τον συναντούσε. Εκείνη την εποχή ο επίσημος αθηναϊκός περίπατος συμπεριλάμβανε περάσματα από τις ανθισμένες κατοικίες της Λ. Πατησίων, συνεχιζόταν στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου και τις  σκονισμένες δενδροστοιχίες της Αμαλίας για να καταλήξει, ασυζητητί, στο αναψυκτήριο του Ζάππειο όπου, τις Κυριακές, μια στρατιωτική μπάντα έπαιζε μουσική, συγκαλύπτοντας το υπόγειο φλερτ και την ανταλλαγή επιστολών όταν η αμέλεια των κηδεμόνων το επέτρεπε.  Στις περιπτώσεις που κατάφερνε να συναντήσει τη Συμέλα για να ανταλλάξει μαζί της μερικές λέξεις και να της αποσπάσει όρκους αιώνιας πίστης, ο Στέργιος κατέληγε, παραιτημένος από κάθε άλλη δραστηριότητα, να ονειροπολεί σε κάποιο από τα παγκάκια της Πλατείας. Διαφορετικά, η λατρεία του για την μικρή πλακιώτισσα τον οδηγούσε κατά καιρούς σε παράτολμες πράξεις. Στην αρχή περιοριζόταν σε βόλτες μπροστά από το παράθυρό της οδού Γκούρα, αλλά, καθώς ο καιρός περνούσε, βουρλισμένος από έρωτα, άρχισε να πιάνει στασίδι στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου για την κυριακάτικη λειτουργία, ρίχνοντας πονεμένα βλέμματα στη μικροκαμωμένη δεσποσύνη, που μουρμούριζε τις ένοχες προσευχές της δίπλα στην μητέρα και τις φίλες της.  Άλλες φορές, περνώντας μπροστά από το παράθυρό της σιγομουρμούριζε περιπαθώς το «Πρωίαν σε είδον» και, στο τέλος, ένα Σαββατόβραδο, όταν η Συμέλα τον ειδοποίησε ότι την επόμενη επρόκειτο να φύγει για εκδρομή με την οικογένειά της, εκείνος αποφάσισε να την ακολουθήσει πάση θυσία. Για τον λόγο αυτόν, χρειάστηκε να πληρώσει ολόκληρο το επίδομά του στον διάσημο ιταλό ποδηλάτη σινιόρ Τζουζέπε Ταβαρίνι, που, εκείνη την εποχή, συνήθιζε να διασχίζει καθημερινά το αθηναϊκό νυφοπάζαρο, ντυμένος με καρό κοστούμι και ασορτί τραγιάσκα και πραγματοποιώντας επιδέξιους ελιγμούς ανάμεσα στους περιπατητές. Η συμφωνία κλείστηκε ύστερα από σύντομες διαπραγματεύσεις, στο τέλος των οποίων, ο Στέργιος είχε μισθώσει το παράξενο όχημα για μια ολόκληρη ημέρα.
Εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό, λοιπόν, ο γέρο Τσέλιγκας είχε επιβιβάσει την οικογένειά του στην καρότσα του κάρου του, ανάμεσα σε ψάθινα καλάθια γεμάτα τρόφιμα, ανυπότακτα καπέλα και φωνούλες γυναικών που τρελαίνονταν για την αρμύρα και το θαλασσινό αεράκι του Φαλήρου. Ο πάτερ φαμίλιας καθόταν στη θέση του αμαξά, δίπλα στον συνοφρυωμένο γιό του, γερμένος προς τα εμπρός, με τον αγκώνα του χεριού που κρατούσε το χαλινάρι ακουμπισμένον πάνω στο δεξί γόνατο και τις πτυχές της φουστανέλας του να σουρώνουν ανάμεσα στα μισάνοιχτα σκέλια του. Λίγο πιο πίσω, ντυμένος με ταξιδιωτικό κοστούμι και με το ψάθινο πιλ πουλ σφηνωμένο γερά στο κεφάλι του, ο Στέργιος ποδηλατούσε ακούραστος έχοντας φροντίσει να προμηθευτεί κατάλληλες προστατευτικές γκέτες για τα μπατζάκια του, ριγωτό σακίδιο για τρόφιμα και νερό και τα απαραίτητα συρμάτινα ματογυάλια με τα κατάμαυρα κρύσταλλα. Στην αρχή, τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά καθώς ο νεαρός ακολουθούσε το κάρο από ασφαλή απόσταση πιστεύοντας ότι παρέμενε αθέατος. Η βεβαιότητα του αυτή διαψεύστηκε τη στιγμή που η βροντώδης φωνή του Τσέλιγκα έδωσε εντολή στα άλογα να σταματήσουν επιτόπου. Ο γέρος κατέβηκε και πλησίασε τον λιμοκοντόρο με το γελοίο ποδήλατο διατάζοντάς τον να δηλώσει τα στοιχεία του, για να ξεκαρδιστεί στη συνέχεια, ακούγοντας την τρεμουλιαστή φωνή του Στέργιου να ανταποκρίνεται. Έχοντας απέναντί του τον τεράστιο φουστανελοφόρο να ξεκαρδίζεται, χτυπώντας τις παλάμες στους μηρούς του και δείχνοντάς τον με το δάχτυλο, ο Στέργιος τα χρειάστηκε προς στιγμήν. Αμέσως μετά όμως το δάχτυλο του γέρου άρχισε να στοχεύει την κόρη του πάνω στην καρότσα ρωτώντας την, ανάμεσα σε γέλια, «αυτόν μωρέ θέλεις να παντρευτείς;» και ξεσπώντας ακόμα χειρότερα μετά τη θετική απάντηση της κοπέλας.
Και βεβαίως, όσο  μεγάλη κι αν ήταν η αδυναμία του γέροντα για την κόρη του, τα πράγματα με τον Στέργιο δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Εφόσον, ξεκινώντας το μακρύ ταξίδι του προς τη μνήμη, ο μυστακοφόρος γέροντας είχε περάσει τα εφηβικά του χρόνια στον ίσκιο δεκάδων σκληροτράχηλων επανιδρυτών της ερειπωμένης Αθήνας. Για την ακρίβεια όλοι αυτοί οι αγριωποί γεννήτορες, αφιχθέντες ή επαναπατρισθέντες στην αττική γη αμέσως μετά την ίδρυση του κράτους, οι κατασκευαστές των πρώτων πέτρινων χαμόσπιτων, στην τοιχοποιία των οποίων μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει διάσπαρτα κιονόκρανα ή αρχαία δομικά σπαράγματα, ήταν πατεράδες, θείοι, γείτονες και τακτικοί θαμώνες της απαρασάλευτης, σχεδόν αιώνιας πατρογονικής εστίας στην οδό Γκούρα. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια μακρυμάλλικη γενιά αγροίκων και ξεροκέφαλων ανδρών, τόσο αδιάλλακτων όσο και ένα ντουβάρι, καθώς,  στην πρώτη τους νιότη,α αφού τακτοποίησαν τους λογαριασμούς τους με τον Τούρκο, ξέμπλεξαν μια ώρα αρχύτερα με τον ψαλιδόκωλο Κόντε Καποδίστρια και ύστερα, οι πιο επιτήδειοι, όσοι δηλαδή γλίτωσαν από φίλιες μαχαιριές, φυλακίσεις και συνωμοσίες, άρχισαν να κουβαλούν φαμίλιες κι άρματα στα κατσάβραχα της καινούργιας πρωτεύουσας και να χτίζουν εκεί φτενά ξωκλήσια για να στεγάσουν οστά προγόνων και ιερά εικονίσματα, την ώρα που ο λαός τραγουδούσε με δέος «ω λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου», αναγκάζοντας μέλη της βαυαρικής αυλής, κλήρο, φαναριώτες και μετριοπαθείς πρώην δημογέροντες να παραμερίζουν με σεβασμό, υποκλινόμενοι στα μυθικά ασημοκέντητα καριοφίλια της κλεφτουριάς που κουβαλούσαν αυτοί οι αψίκοροι στα σελάχια τους. Οδεύοντας προς ένα τιμημένο γήρας, άρχισαν να στοιχειώνουν τα πεζούλια της Πλάκας, με τα μαλλιά λιτά στους ώμους, τις μακριές γκριζωπές φουστανέλες να λιμνάζουν ανάμεσα στα σκέλια τους και το βλέμμα τους καρφωμένο στο άπειρο, όμοιοι με ιερά τοτέμ, που οι περαστικοί κοντοστεκόταν ασυναίσθητα για να τα προσκυνήσουν. Οι πιο φημισμένοι, κυνηγημένοι κατά καιρούς, αλλά στην πλειοψηφία τους ευκατάστατοι, έχοντας εξασφαλίσει όση γη μπορούσαν να διαφεντέψουν με το πέταγμα μιας πέτρας, σύχναζαν στο παλάτι, μισούσαν τους Βαυαρούς και στραβοκοίταζαν σαν κακές πεθερές την παρθένα βασίλισσα επειδή αργούσε να τεκνοποιήσει. Ο Τσέλιγκας, έφηβος τότε, καθισμένος στο περβάζι του Καφενείου των Αγωνιστών της οδού Αιόλου τους είχε προλάβει  να αφηγούνται άθλους και κατορθώματα, ντυμένοι με βαριές φορεσιές, χρυσοκέντητες φέρμελες, σελάχια με μυστικές θήκες και πυκονοστολισμένες περικνημίδες. Τους θυμόταν να μιλούν για πολιτική και να παίζουν την «πρέφα των αγωνιστών» περιτριγυρισμένοι από παραγιούς, υπεύθυνους για την ανάγνωση των εφημερίδων και την τροφοδοσία ναργιλέδων και τσιμπουκιών, να σέρνουν τον βαρύ τους ίσκιο σε γιορταστικές λειτουργίες και εθνικές γιορτές, λιγοστεύοντας χρόνο με τον χρόνο, αποχαιρετώντας τον κόσμο και δίνοντας τη θέση τους σε καθώς πρέπει φραγκοραμένους μαθημένους να  απολαμβάνουν «γεύματα καθιστά με πιρούνι».
Πολλά χρόνια μετά, οι χαμένοι αυτοί γίγαντες κατοικούσαν τη μνήμη του καθώς γερνούσε ανάμεσα στα ταχέως εξαφανιζόμενα κατσάβραχα του νεκραναστημένου αττικού χωριού, έχοντας προλάβει να βολτάρει σε φρεσκοχαραγμένους χωμάτινους δρόμους, φωτισμένους με το λειψό φως των πρώτων δημοτικών λαδοφάναρων και προσφάτως οικοδομημένα δημόσια κτήρια. Τους θυμόταν σαστίζοντας μπροστά στα υπαίθρια καμώματα ιταλών μπουλουκτσίδων και τσιρκολάνων, πρεσβευτών των θαυμάτων του σύγχρονου κόσμου ή ξεδιάντροπων πριμαντόνων με γυμνούς αστραγάλους και ξεσκέπαστα στήθια ανεβασμένων σε πρόχειρα σανιδένια παλκοσένικα. Τους συναντούσε καθισμένους σε κάποια απόμερη γωνία ενός επαναλαμβανόμενου εφηβικού  ονείρου, στο κέντρο του οποίου, η αμαζόνα βασίλισσα διέσχιζε έφιππη την πλατεία με τις δεντροστοιχίες έξω από το ανάκτορο, περιστοιχισμένη από υπασπιστές και κυρίες επί των τιμών. Ή στην καρδιά μιας σκονισμένης παιδικής ανάμνησης με θέμα  την πρώτη υπηρεσία ιππήλατων ταξί που μετέφερε «βιζαβί» τους επιβάτες της. Άλλες φορές, τους ανέσυρε καθώς επεξεργαζόταν εκείνα τα παράξενα ξύλινα κουτιά που έπαιζαν μουσική εγκατεστημένα στις πλάτες γυρολόγων μουσικάντηδων ή ακουμπισμένα σε βιτρίνες και μπουφέδες. Και, τέλος, λίγο πριν τη δύση του συναρπαστικού αιώνα, τους ένιωσε δίπλα του τρομερούς κι ολόρθους να κραδαίνουν το σπαθί, όσο διαρκούσε ο ακήρυχτος πόλεμος των τριάντα ημερών ή ο απόηχος του νικηφόρου βαλκανικού έπους. Κι ενώ εξακολουθούσε να βόσκει τα πρόβατά του, στη μέση ενός κόσμου που έτρεχε δίπλα του με την ταχύτητα του φωτός, ο τελευταίος φουστανελοφόρος των Αθηνών, πλησιάζοντας προς τη δύση της ζωής του, χρειάστηκε να συγκεντρώσει την ενέργεια του γέρικου μυαλού του για να περιεργαστεί εκείνο το εξωτικό πτηνό με το μεσάτο κοστούμι και τα σκούρα ματογυάλια, που επρόκειτο να γίνει γαμπρός του.
Παρόλα αυτά, ο γάμος της Συμέλας με τον Στέργιο έγινε, ύστερα από έναν μικρής διάρκειας αρραβώνα, τις παραμονές της αναχώρησης του δεύτερου για την Μικρασία. Η τελετή επισπεύστηκε λόγω των δραματικών εξελίξεων, παρά το γεγονός ότι ο μυστακοφόρος πεθερός, επιχειρώντας να ιππεύσει τον Αλογά του, κατάφερε να αποκόμισε ένα σοβαρό κάταγμα στη λεκάνη του, εξαιτίας του οποίου, αφού καθηλώθηκε  για μήνες στο κρεβάτι, αντιμετώπισε μια ραγδαία επιδείνωση της υγείας του και οδηγήθηκε τελικά στον θάνατο. Αυτός ο απρόσμενος χαμός σηματοδότησε τη μεταβίβαση της κυριότητας μιας μεγάλης πατρογονικής έκτασης στον πρωτότοκο γιό του, τον Δράκο.
Αυτός ο τελευταίος ήταν ένας γεροδεμένος νεαρός με μια ελαφριά αναπηρία στο δεξί πόδι, η οποία τον απάλλασσε από την υποχρέωση της στράτευσης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δούλευε νυχθημερόν  στο τυροκομειό και στις στάνες του πατέρα του, επέστρεφε σπάνια στο πατρικό, κυρίως για τις γιορτές ή τις μεγάλες αργίες, και κοιτούσε τους ανθρώπους με το τρομοκρατημένο ύφος κάποιου που δεν έχει συνηθίσει να ζει ανάμεσά τους. Παρόλα αυτά, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα, μετά τον θάνατο του πατέρα του,  αποφάσισε να αλλάξει δραστικά τη ζωή του.  Πρώτα πούλησε τις στάνες και στη συνέχεια το τυροκομειό και με τα χρήματα που συγκέντρωσε, εγκαταστάθηκε στο σπίτι, έραψε δυο καλά κοστούμια κι άρχισε να συχνάζει στις ταβέρνες, εξερευνώντας την έντονη ροπή του προς το ποτό και τη χαρτοπαιξία. Πολύ σύντομα, αυτή η τελευταία, προκάλεσε απώλειες στην οικογένεια καθώς ο Δράκος, χάνοντας όλα του τα χρήματα, και προσπαθώντας απελπισμένα να ρεφάρει, άρχισε να παίζει κομμάτι κομμάτι την πατρική γη.
Εκείνη την εποχή, η νιόπαντρη Συμέλα, αφού φωτογραφήθηκε με το καλό της φόρεμα και με τον σύζυγό δίπλα της ντυμένον στο χακί, συνειδητοποιούσε ότι το μέλλον της θα διαγραφόταν μελανό αν αποφάσιζε να το εγκαταλείψει στα χέρια του αδερφού της, καθώς η  οικονομική κατάσταση του άντρα της μπορούσε επιεικώς να χαρακτηριστεί δραματική. Έβαλε λοιπόν ταβερνιαραίους και γκαρσόνια να την ειδοποιούν όταν ο Δράκος, αφού βαριόταν την οινοποσία και τα βιολιά, στρωνόταν στην πράσινη τσόχα για να δοκιμάσει την τύχη του. Και, κάθε φορά που έφθαναν στα αυτιά της τέτοια ανησυχητικά νέα, έτρεχε επιτόπου να πλευρίσει όσους τζογαδόρους κατάφερναν να αποσπούν χωράφια από τον αδερφό της. Τους πλήρωνε με τα χρήματα ενός εύπορου αδερφού του πατέρα της, πείθοντας τη μητέρα της να συνηγορήσει υπέρ του εγχειρήματος και τάζοντας λογικό επιτόκιο σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια, φρόντιζε να παίρνει την κυριότητα της συγκεκριμένης έκτασης από τον γεμάτο ενοχές αδερφό. Η ιστορία αυτή διήρκεσε μέχρι την επιστροφή του Στέργιου από το μέτωπο και απέδωσε τη διάσωση του μεγαλύτερου μέρους της  περιουσίας.
Στο μεταξύ, ο θείος είχε αρχίσει να δυσανασχετεί, καθώς αδυνατούσε να φανταστεί με ποιον τρόπο η Συμέλα θα κατάφερνε να τον ξεπληρώσει. Υποκινούμενη από ένα ισχυρό ένστικτο  αυτοσυντήρησης, έβαλε τότε σε εφαρμογή το τελευταίο Ηράκλειο κόλπο της, προτού εγκαταλείψει τον κόσμο των ανδρών για να αφοσιωθεί στο νοικοκυριό της.  Στρώνοντας τον δρόμο για τον άντρα της έπεισε τον θείο να επενδύσει ακόμα περισσότερα για την ανακαίνιση ενός παλιού οικήματος, που η οικογένεια χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως αποθήκη ζωοτροφών. Επρόκειτο για έναν δίκαιο συνεταιρισμό, στον οποίο ο θείος συνεισέφερε χρήματα και ο Στέργιος γνώσεις.
Η προσφάτως ανακαινισθείσα αποθήκη ζωοτροφών ήταν ένα από τα πρώτα κέντρα αναψυχής στην μετά την Καταστροφή αιμορραγούσα πόλη, που, εκείνη την εποχή, υποδεχόταν κουρελιασμένους φαντάρους και γέμιζε τις συνοικίες της με παράγκες για να φιλοξενήσει την προσφυγιά της απέναντι όχθης. Έχοντας  διασχίσει την εχθρική ενδοχώρα της Μικράς Ασίας για να φθάσει στις ακτές, ο Στέργιος καταλάβαινε πως, σύντομα, πλούσιοι και φτωχοί θα βιάζονταν να αφήσουν πίσω τους τον θάνατο ή τουλάχιστον θα το επιχειρούσαν. Αξιοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα τελευταία χρήματα του συνεταίρου του, κατάφερε να στήσει μια μικρή, αλλά προσεγμένη, αίθουσα. Στη συνέχεια, αφιέρωσε χρόνο για να εκπαιδεύσει το προσωπικό, ξεπατικώνοντας φερσίματα γάλλων σερβιτόρων, παραδίδοντας ταχύρυθμα μαθήματα κουτσογαλλικών και ντύνοντας με σμόκιν και λιβρέες τους πιο ευπαρουσίαστους νερουλάδες και αμαξάδες που κατάφερε να ανακαλύψει. Ύστερα, φρόντισε να βρει μια καλή ορχήστρα ευρωπαϊκής μουσικής και μια ευπαρουσίαστη τραγουδίστρια, ντυμένη με βραδινό φόρεμα, ικανή να τραγουδά ξέγνοιαστα "Τα καημένα τα νιάτα" και τα υπόλοιπα τραγούδια του Αττίκ.
Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, αποφάσισε να αφήσει τη φροντίδα της αίθουσας στα χέρια του συνεταίρου του και κλείστηκε στην κουζίνα για να ετοιμάσει τις συνταγές του, χάρη στις οποίες, τα επόμενο διάστημα κέρδισε την προτίμηση εκλεκτής πελατείας.
Σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, ο θείος είχε εισπράξει ακέραιο το δάνειο προς τη Συμέλα, παραιτούμενος από τους τόκους, γεγονός που σήμαινε πως ο Στέργιος μπορούσε πλέον να αποκομίζει μηνιαίο εισόδημα.
Στο μεταξύ, στο σπίτι στην Πλάκα, η Συμέλα, είχε ιδρύσει το νοικοκυριό της, αδιαφορώντας παντελώς για τους γαλλικούς νεωτερισμούς του άντρα της, αλλά περιβάλλοντας τον ίδιο με σεβασμό που άγγιζε τα όρια του δέους. Παρά την καθοριστική παρέμβασή της για το άνοιγμα του εστιατορίου, αρνιόταν πεισματικά να πατήσει το πόδι της εκεί, θεωρώντας πως επρόκειτο για έναν τόπο γεμάτο πειρασμούς, στον οποίο μια καλή χριστιανή δεν είχε θέση. Για παρόμοιους λόγους αρνήθηκε να συνοδεύσει τον άντρα της στην Γαλλία, όταν εκείνος αποφάσισε να ανανεώσει τον εξοπλισμό και την επίπλωση της επιχείρησης. Αμέσως μετά την επιστροφή του, μάλιστα, η Συμέλα κατέληξε να σταυροκοπιέται, κοιτώντας με αποτροπιασμό  τα παράξενα εσώρουχα που της είχε φέρει ο από εκείνη τη διαβολική πόλη.
Κατά τα άλλα, η ζωή στο ακμάζον νοικοκυριό της ήταν μια καθημερινή κοπιαστική επιχείρηση, που ξεκινούσε νωρίς το πρωί και τελείωνε με προσευχές και μετάνοιες, μπροστά στα εικονίσματα της κρεβατοκάμαράς της. Διατηρούσε σε άψογη κατάσταση το σπίτι των γονιών της, μαγείρευε εντατικά το συνταγολόγιο με το οποίο την είχε προικίσει η μητέρα της, αρνούμενη να το εμπλουτίσει, τάιζε απόρους και αδέσποτα, φρόντιζε για τον ευπρεπισμό των ρούχων του συζύγου και του αδερφού της και για τη διάσωση της ψυχής, κυρίως, του δεύτερου.
Ο ετήσιος ημερολογιακός κύκλος της, στον οποίο είχε αφοσιωθεί με προσήλωση, ήταν διανθισμένος με ποικιλία οικιακών εργασιών, «για να λειτουργεί το σπίτι», επανερχόμενων με μια αδιάκοπη περιοδικότητα, η οποία τη βοηθούσε να νιώθει ασφαλής. Εκτός από τις τρέχουσες δουλειές, υπήρχαν συγκεκριμένες ημερομηνίες για το στρώσιμο και το μάζεμα των χαλιών, το γυάλισμα των μπακιριών και των μπρούντζων, το φρεσκάρισμα των ρούχων, την παρασκευή των γλυκών, το τρίψιμο των πατωμάτων, το άσπρισμα και το κλάδεμα του κήπου. Κατά τα άλλα τον χρόνο της γέμιζαν άπειρες ώρες πλεξίματος και κεντήματος, εντατική παρακολούθηση λειτουργιών, όρθρων, εσπερινών και συγκεκριμένες ημέρες νηστείας.
Αυτές οι πολύπλοκες λατρευτικές διαδικασίες απέφεραν λογής λογής «ευλογημένα» αντικείμενα που έσωζαν από όλα τα κακά. Όπως, παραδείγματος χάριν, μικρά πάνινα φυλαχτά, τα οποία φρόντιζε να ράβει στα πουκάμισα του άσωτου Δράκου, ή «διαβασμένα» κομποσκοίνια που κατέληγαν στις τσέπες του  Στέργιου και χάρτινες εικονίτσες αγίων, με τις οποίες εφοδίαζε τα στριφώματα των φορεμάτων της ή τις φόδρες των παντελονιών των αρσενικών του σπιτιού. Αυτές οι τελευταίες χρησιμοποιούνταν εναντίον της βασκανίας, της γλωσσοφαγιάς, της κακοτυχίας ή έλυναν μάγια, για την αντιμετώπιση των οποίων, εκείνη αφιέρωνε ένα μεγάλο μέρος της ενέργειάς της. Το υπόλοιπο το εξαντλούσε σε ενδελεχή έρευνα στα καταστήματα της πόλης η οποία, εκτός από την τακτική προμήθεια μπαχαρικών, υφασμάτων, τροφίμων, υλικών κεντήματος και αλληλογραφίας, αφορούσε την αγορά  σκευασμάτων κλεισμένων σε μπουκαλάκια από καφέ γυαλί με λουλουδάτες ετικέτες πάνω στις οποίες αναγράφονταν ονόματα όπως Σωσίτριχον, Τριχοθρεψίνη και Σωσοδοντίνη. Τα πικρά και δύσοσμα αυτά καταπότια, τα οποία προμηθευόταν, ως επί το πλείστον, από τον οίκο Δημητρίου Μποτσαράκου στην οδό Βουλής, εμπλούτιζαν με τις σταγόνες τους το καθημερινό της μαγείρεμα, αποσκοπώντας, εν αγνοία τους, στην βελτίωση της υγείας των μελών της οικογένειάς.
Σε κανονικές συνθήκες στην ατμόσφαιρα του σπιτιού της Πλάκας επικρατούσε ένα μείγμα μυρωδιών, με βασικά συστατικά το σαπούνι και τον φρέσκο ασβέστη. Κατά τόπους όμως, οι μυρωδιές παράλλαζαν ανάλογα με το σημείο και την περίσταση. Τα μπαούλα με τα ασπρόρουχα μύριζαν λεβάντες και μοσχολέμονο, τα χαλιά είχαν τη στυφή μυρωδιά του ξυδιού, οι λευκές κουρτίνες με τα κοφτά κεντήματα ήταν ποτισμένες με λουλάκι, τα ταψιά και τα τσουκάλια έλαμπαν στα ράφια τους γυαλισμένα με μπράσο  και στον κήπο κυριαρχούσαν ευωδιές από δεντρολίβανα και αγιοκλήματα. Όμως, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, όλα αυτά σκεπάζονταν από ένα βαρύ και λιγωτικό άρωμα λιβανιού, που καιγόταν τσιτσιρίζοντας πάνω σε μεγάλα Κωνσταντινοπολίτικα καρβουνάκια, καθώς, η οικοδέσποινα κυκλοφορούσε στο σπίτι κρατώντας ένα θυμιατό από μπακίρι και μουρμουρίζοντας προσευχές και ψαλμωδίες. Συχνά πυκνά, κατά τη διάρκεια αυτών των διαδρομών, σκόνταφτε πάνω στον Δράκο και, με την ευκαιρία, τον σταύρωνε κάνοντάς του νόημα να προσκυνήσει.
Ένα τέτοιο απόγευμα, μπαίνοντας με το θυμιατό στο δωμάτιό του, τον βρήκε να κοιμάται και πρόσεξε πάνω στο κομοδίνο του το κακάσχημο αγαλματάκι ενός χοντρού άντρα με παράξενα ρούχα και ξεσκέπαστη κοιλιά. Η Συμέλα πίστεψε πως επρόκειτο για κάτι δαιμονικό και βγήκε βιαστικά, φροντίζοντας να ρωτήσει την επόμενη τον Δράκο περί τίνος επρόκειτο. Εκείνος της απάντησε πως ο άντρας ήταν Θεός και τον έλεγαν Βούδα. Τον ρώτησε τότε «τίνος θεός είναι ο Βούδας» και ο Δράκος απάντησε πως δεν ήξερε και πως είχε κάνει «αλισιβερίσι» με έναν ναυτικό για να το αποκτήσει επειδή του «άρεζε».
Λίγο αργότερα, πριν προλάβει καλά καλά να ξεπορτίσει ο αδερφός της, έσπευσε στο δωμάτιό του για να πάρει το άγαλμα και να το κλείσει στα κατάβαθα ενός ντουλαπιού στην αποθήκη. Εκείνη τη νύχτα, όμως, ο Βούδας εμφανίστηκε στον ύπνο της αιωρούμενος, ζωντανός, δείχνοντας  με τον δάχτυλο του δεξιού χεριού του προς το μέρος της και προφέροντας θυμωμένα τη φράση: «Να με θυμιάζεις κι εμένα».
Τα ξημερώματα, τρομοκρατημένη,  η Συμέλα απελευθέρωσε τον Βούδα και πρόσθεσε το θυμιάτισμά του στο θρησκευτικά της καθήκοντα.

No comments: