Wednesday, January 18, 2012

Ρεβίθια με λεμόνι και πορτοκάλι

Το Ριφιφί
στον πατέρα μου

Δίπλα στα μάτια του ένα δεντράκι καλοσύνη/ανάμεσα στα φρύδια του ένα γεράκι δύναμη/κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά του/που δε σηκώνει τ' άδικο (Γιάννης Ρίτσος)


Τα Χριστούγεννα του 2011 ήταν τα χειρότερα της ζωής του. Ούτως ή άλλως δεν του άρεσαν ποτέ όλες αυτές οι συνεχόμενες αργίες. Ο  Μίλτος Ανατασιάδης  περνούσε συνήθως τις  γιορτές κλεισμένος μέσα, περιμένοντας υπομονετικά να τελειώσουν για να επιστρέψει στη ρουτίνα του. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, λόγω της κοινής ζωής με την Ζωζώ, οι συνήθειές του πήραν ν' αλλάζουν. Αμέσως μετά τη μίζερη Πρωτοχρονιά του 2011 όμως, η γυναίκα του παρατήρησε στο πρόσωπό του τη σκιά μιας μελαγχολίας. Κι ύστερα, γεμάτη ανησυχία, διαπίστωσε την τάση του να κλείνεται στον εαυτό του. Έπεσαν μάλιστα στην αντίληψή της μυστικές έξοδοι και περίεργα τηλεφωνήματα. Πέρα από τις όποιες υποψίες της, η αλήθεια είναι, πως εκείνα τα  Χριστούγεννα, ο Μίλτος συνειδητοποιούσε πια ξεκάθαρα την οργή του. 
Ήταν η εποχή που η παρέα Αναστασιάδη - Δαλακούρα, αντιμετωπίζοντας ήδη σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης λόγω πενιχρών εσόδων, βρέθηκε αντιμέτωπη και με τις επιπλέον οικονομικές απαιτήσεις του δημοσίου. Σαν κουρδιστό παιδικό παιχνίδι, φτιαγμένο για να κάνει μια και μοναδική δουλειά, αυτό το τελευταίο, άρχισε να ταχυδρομεί μανιωδώς λογαριασμούς, εκκαθαρίσεις, έκτακτες εισφορές, φόρους ακινήτων, ειδικά τέλη, τέλη κυκλοφορίας και χαράτσια με περίεργα ονόματα. Σε γενικές γραμμές, οι πομπώδεις ονομασίες διατύπωναν ένα και μοναδικό αίτημα: "στείλτε λεφτά".  Συνταξιούχοι, εργαζόμενοι αλλά και άνεργοι άνοιγαν φακέλους με οικονομικές απαιτήσεις των οποίων το άθροισμα ξεπερνούσε κατά πολύ τα μηνιαία έσοδα. Οι γέροι της παρέας του Μίλτου κοιτούσαν ο ένας τον άλλον σαν χαμένοι. Έφερναν  τα τρία δάχτυλα στο ύψος του κροτάφου και τα στριφογύριζαν εννοώντας "τους έχει στρίψει εκεί πάνω". Σε λίγο έγινε ξεκάθαρο πως κανείς από τους "εκεί πάνω" δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα, αφού ξαπόστειλαν τους υπέρογκους φόρους στα νοικοκυριά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Ή μάλλον έγινε ξεκάθαρο πως κανείς από τους "εκεί πάνω" δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για κανέναν από τους "εκεί κάτω". 
Εκτός από την έκτακτη εισφορά, η Κερασία Δαλακούρα έλαβε και τον φόρο ακίνητης περιουσίας για το ερείπιο του άντρα της μαζί με τους τρέχοντες λογαριασμούς. Μετά το αρχικό ξάφνιασμα, συνειδητοποίησε πως αν αποφάσιζε να πληρώσει έπρεπε  να κόψει το φαγητό για δύο μήνες. Το ίδιο και ο Μίλτος με την Ζωζώ. Ταυτοχρόνως τα δελτία ειδήσεων, αργά αλλά σταθερά, μετατρέπονταν σε δελτία ενοχής. Τρομοκρατημένοι Έλληνες, στημένοι στις οθόνες, άκουγαν τους εκφωνητές/πολυβόλα να τους γάζωναν  με τις φράσεις  του συρμού. Η επικαιρότητα μπορούσε πλέον να περιγραφεί με μια ντουζίνα λέξεις που επαναλαμβάνονταν σε όλες τις πιθανές εκδοχές τους: περικοπή, μείωση, έλλειψη, εισφορά, φόρος, τέλος, έλλειμμα, χρέος, χρεοκοπία, αυτοκτονία, λουκέτο, μέτρα, απόλυση, ανεργία,  ακρίβεια. 
Ο Μίλτος έβλεπε τους νοικοκυραίους να υποχωρούν. Να συρρικνώνονται κάτω από το βάρος μιας εκστρατείας συλλογικής ευθύνης σαν εκείνη την παλιά που, που μέχρι πρόσφατα τον επισκεπτόταν μόνο στους εφιάλτες τους. Η κατάσταση χειροτέρευε μέρα με την ημέρα. Πανικός στους καναπέδες, φόβος και τρόμος στα σαλόνια! Τα λογίδρια των παραθύρων εκσφενδονίζονταν στην καρδιά των νοικοκυριών από ατσαλάκωτους  εκφωνητές των οποίων την αξιοπιστία δεν τολμούσε κανείς να αμφισβητήσει. Ο Μίλτος ήταν σίγουρος πως, σε κάποιο μακρινό μέλλον, θα χυνόταν μελάνι για όλους αυτούς τους τύπους και τα "ενημερωτικά" δελτία τους. Ο ίδιος δεν έδινε δεκάρα για τα χρήματα που έχανε. Ούτε η τηλεοπτική τρομοκρατία, ούτε οι καθυστερήσεις στην πληρωμή των λογαριασμών του, ούτε οι ελλείψεις σε τρόφιμα και είδη ρουχισμού τον πτοούσαν. Παρατηρούσε όμως γύρω του τους ανθρώπους γεμάτος ανησυχία. Τους έβλεπε να στήνονται στις ουρές για το συσσίτιο, να απλώνουν στρωσίδια  στις στοές της πόλης για να βγάλουν τη νύχτα, να σκαλίζουν κάδους για να βρουν τροφή, να αφήνουν πεινασμένα βρέφη σε σκαλοπάτια ή να στρέφουν την κάνη του περιστρόφου στον κρόταφο. Αυτές, λοιπόν, οι νικημένες, οι χωρίς ελπίδα ψυχές των δικών του και των φίλων του τον έκαναν να σκύβει το κεφάλι.  
Όχι,  δεν τους λυπόταν! Δεν ήταν καθόλου πονόψυχος. Αντιθέτως θύμωνε. Για την ακρίβεια  ήταν έξω φρενών. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως αυτός ο λαός, μετά τα χουνέρια του παρελθόντος, δεχόταν κυβέρνηση χωρίς εκλογές, πως υπέμενε τα πάνδεινα χωρίς αντίδραση, πως ξανατάιζε το Γερμανικό θηρίο και  πως δεν κατάφερνε να δικάσει κανέναν από τους υπεύθυνους για την καταστροφή. Δεν το χώνευε με τίποτα πως η δική του γενιά - οι καλύτεροι άντρες και γυναίκες  της σύγχρονης Ελλάδας (έτσι πίστευε) – θα βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση στα γεράματα.  Οι δικοί μου - σκεφτόταν  - ήταν αντάρτες από τα γεννοφάσκια τους. Όχι μαμόθρεφτα του Χρηματιστηρίου. Είχαν φτύσει αίμα στα βουνά και στα ξερονήσια. Είχαν ξεροσταλιάσει στις ξενιτιές, νηστικοί και ξυπόλυτοι, για να ξαναχτίσουν τη χώρα. Την είχαν σηκώσει στους ώμους βάζοντας το κεφάλι κάτω και δουλεύοντας σκυλίσια, αδιαμαρτύρητα μέχρι τα βαθιά γεράματα. Και την είχαν παραδώσει ατόφια στους επόμενους. Ατόφια! Με θυσίες και με το αίμα της καρδιάς τους! 
Έτριζε ασυναίσθητα τα δόντια και μούγκριζε σαν θυμωμένος λύκος κάθε φορά που τα σκεφτόταν όλα αυτά. Ατόφια! Για να την οδηγήσουν στα βράχια  κάτι νωθρά, μοσχοαναθρεμένα λαμόγια.  Όταν ήταν  νεότερος ταυτιζόταν με εκείνον τον στίχο του Σαββόπουλου «πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία και με τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό. Τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία, μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική». Αυτή, λοιπόν, η τσογλανοπαρέα είχε φουντάρει τη χώρα και δεν είχε πια χρόνο για κριτική, γιατί έτρεχε να κρυφτεί από τα γιαούρτια και τα αυγά. 
Αλλά το πράγμα δεν πήγαινε άλλο. Ο Μίλτος δεν άντεχε να βλέπει τον αίμα του γέρου του να πηγαίνει στράφι. Έπρεπε να γίνει κάτι μεγάλο. Κάτι που θα ταρακουνούσε τους Έλληνες, που θα τους ξυπνούσε από τη νάρκη και την αυτολύπηση. Και το είχε βρει αυτό το κάτι και ήξερε ακριβώς τι του έμενε  να κάνει. Την ιστορία για τη δωρεά την ήξερε από το 1949, τότε που παιδιά δεκαοχτάχρονα - αυτός κι η φίλοι του - είχαν επισκεφτεί την έκθεση «Φόρος τιμής στην Ελλάδα». Είχε θαυμάσει ένα προς ένα τα έργα κι είχε ριγήσει από περηφάνια διαβάζοντας τα λόγια του Ροζέ Μιλιέξ για «το θάμα που στάθηκε τότες η εμπόλεμη Ελλάδα». Ποιος δεν είχε βουρκώσει με εκείνο το αξέχαστο του Αντρέ Φουζερόν: «νομίζετε πως ένα σχέδιό μου θα γινόταν δεκτό από την Πινακοθήκη της Αθήνας;»  
Όταν άκουσε πως τα ξαναβγάζουν βολόδερνε για μέρες στεναχωρημένος και σκεφτικός. Και ξαφνικά ένιωσε σαν κάποιος από πάνω να του έστελνε σήμα. Κατέστρωσε λεπτομερώς το σχέδιο μετά από απανωτές επισκέψεις στην έκθεση - πότε με το πραγματικό του πρόσωπο και πότε με μαύρα γυαλιά, ψεύτικα μουστάκια και καπέλο. Στη συνέχεια φρόντισε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο εξοπλισμό. Για το επιχειρησιακό κομμάτι  έκρινε απαραίτητη τη συμμετοχή του κομψευάμενου - του αρραβωνιαστικού της ανιψιάς της Κερασίας. Φυσικά και δεν του είχε καμιά εμπιστοσύνη. Θα τον έβαζε στο κόλπο και μετά θα τον  έστελνε στο χωριό του να φτιάχνει μαρμελάδες. Η δουλειά δεν ήταν καθόλου δύσκολη. Ο Μάξιμος την έκανε να φαίνεται παιχνιδάκι, νομίζοντας πως πάει για γερή μπάζα. 
Στην αρχή, ο γέρος είχε αφήσει να εννοηθεί πως υπάρχει στημένο δίκτυο. Όταν το Στέλεχος ("τρομάρα του", σκεφτόταν ο Μίλτος) κατάλαβε πως την είχε πατήσει, ψέλλισε κάτι για κολλητούς που θα  έβγαζαν το πράμα στο εξωτερικό. Βλέποντας το αγριεμένο  βλέμμα του Μίλτου όμως, πείστηκε πως η οργάνωση θα τον καταδίωκε και θα τον τιμωρούσε παραδειγματικά αν τολμούσε να αναφέρει ξανά το θέμα. 
Οι λεπτομέρειες της επιχείρησης βγήκαν στις εφημερίδες τις επόμενες μέρες. Ο Μίλτος φρόντισε να συσκευάσει και να κρύψει τα κλοπιμαία στο υπόγειο του σπιτιού του, αφαιρώντας σανίδες από το δάπεδο και τοποθετώντας τες ξανά με προσοχή. Οι πίνακες θα ξανάβγαιναν στο φως όταν θα ερχόταν η ώρα. Κι αν αυτή η ώρα αργούσε  θα άφηνε λεπτομερείς οδηγίες στη διαθήκη του. Η προκήρυξη βρέθηκε μια εβδομάδα μετά το συμβάν, σε κάδο μπροστά σε κτήριο εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας. Το κείμενο περιέγραφε λεπτομερώς την επιχείρηση, επισημαίνοντας την  ελλιπή φύλαξη των έργων ως δείγμα γενικότερης ανικανότητας, δίνοντας το ιδεολογικό στίγμα και καταλήγοντας: 
«Εμείς, τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσής Οι Γέροι στο Πάρκο, είμαστε πεπεισμένοι πως οι συνθήκες, βάσει των οποίων οι Γάλλοι καλλιτέχνες προσέφεραν αυτά  τα τιμητικά δώρα, δεν υφίστανται πλέον στην Ελληνική κοινωνία. Προβαίνοντας σε μια συμβολική πράξη, αφαιρούμε από τον Ελληνικό λαό το δικαίωμα κατοχής τους μέχρι νεωτέρας».

.

1 comment:

Anonymous said...

Πότε θα κάνει ξαστεριά!