Monday, July 11, 2011

Γαριδομακαρονάδα


(Έγκλημα στο Κολωνάκι)
Στο καλό, όλα τα στραβά σ’ εμένα, σκέφτηκε και ίσιωσε το λαστιχάκι του στρίνγκ της βλέποντάς τον να πλησιάζει. Είχε προλάβει βλέπεις να τον σκυλοβρίσει μέσα στην βιασύνη της για το  ραντεβού στο κανάλι. Ούτε που της περνούσε από το μυαλό την ώρα που πάλευε με το τιμόνι του τζιπ στο Κολωνακιώτικο στενάκι ότι ο μαλάκας που της έκλεινε τον δρόμο θα αποδεικνυόταν λαχείο. Η Σάσα κι η Γωγώ κόβουν φλέβες για ένα ντίνερ με κάτι τέτοιους κι εσύ βλαμμένη του κατέβασες όλα τα μπινελίκια που ξέρεις και δεν έχεις περάσει και ρίζες και το μπότοξ φούσκωσε παραπάνω στην δεξιά πλευρά και οι τρέσες είναι υπό κατασκευή κι ο τύπος δεν παίζεται. Ο «τύπος» πλησίαζε βιαστικά προς το μέρος της φορώντας το γνωστό γκρι κοστούμι με τα μανικετόκουμπα και το λευκό πουκάμισο – για να τονιστεί το σολάριουμ - μιλώντας με μπλου τουθ για ένα προτζεκτ που έπρεπε να προχωρήσει επειγόντως, για έναν υπουργό που ήταν πίστ οφ και θα τα γαμούσε όλα και για ένα τιμ που, σε τελική ανάλυση, έπρεπε να κόψει τον κώλο των φάκινγκ ίντιοτς και να τους πάρει τα σώβρακα να τελειώνουμε. Ακούμπησε τον δεξί του αγκώνα στο παράθυρό της κι η Λάουρα πρόλαβε και είδε ένα ρόλεξ σαν κοτρόνα στον καρπό του. Στο μυαλό της άστραψε μια φωτεινή επιγραφή με το όνομα και την τιμή του συγκεκριμένου μοντέλου, ότι πιο καινούργιο και “φορέσιμο” υπήρχε στην αγορά. Άει στα διάλα, σ΄εμένα όλα, σκέφτηκε γυρνώντας προς το μέρος του με το καλό της χαμόγελο (τουλάχιστον η λεύκανση ήταν φρέσκια και το στήθος είχε κοστίσει έξι χιλιάδες ευρώ πέρσι, λίγη αυτοπεποίθηση δεν βλάπτει!). Μην νευριάζεις κοπελιά, το τράφικ είναι μέσα στο πρόγραμμα, της είπε κλείνοντας το κινητό του, μήπως να το πάρω εγώ για να προλάβω και το μίτινγκ; Η Λάουρα Μπούκουρα κατέβηκε πρόθυμα από την θέση του οδηγού και το Κελεπούρι κατάφερε με επιδέξιες κινήσεις να περάσει σύρριζα το τζιπ της δίπλα από το δικό του και να το στρίψει με κατεύθυνση προς την πλατεία. Με σώσατε, του είπε, λίγο πριν αρχίσει να σωριάζεται αναγκάζοντάς τον να την πιάσει για να μην χτυπήσει στο κράσπεδο – αλά Γιάννα, η Ζωζώ κι η Σάσα θα πάθαιναν εγκεφαλικό από τη ζήλεια. Κατά συνέπεια, ο κεραυνοβολημένος Εξέκιουτιβ, στεκόταν επί τρία λεπτά στη μέση του δρόμου αγκαλιά με μια στάρλετ που είχε πέσει ξερή, ένα κινητό που χτυπούσε ασταμάτητα και όλους τους πρώην γιάπις και νυν γκόλντεν μπόις τζιπάδες του Κολωνακίου που είχαν μαζευτεί στον κλεισμένο δρόμο κορνάροντας και παλεύοντας να φτάσουν με τα τανκς στις δουλειές τους. Όταν η Λάουρα μπόρεσε να «σταθεί στα πόδια της», ο Μάξιμος Καλυτερίδης, ο Τζένανεραλ Μάνατζερ της Φούμικο Γκρίς αυτοπροσώπως, ανέλαβε να μαζέψει τα δυο αυτοκίνητα ώστε να φύγουν τα τζιπ που συνωστίζονταν στους γύρω δρόμους και να συνεχιστούν τα πρότζεκτ και τα μίτινγκ που είχαν διακοπεί εξαιτίας της παλιάς συνήθειας της Λάουρας Μπούκουρα να επιδίδεται μανιωδώς στην θέαση μεσημεριανών εκπομπών. Όχι καλέ στο νοσοκομείο, δεν είμαι δα και του θανατά, λίγο νερό για να συνέλθω, η δίαιτα βλέπετε, του είπε όταν επιτέλους «συνήλθε» βάζοντας μπροστά το μοιραίο πρότζεκτ που θα έκανε την Σάσα και την Γωγώ να αλλάζουν χρώματα. Το πρότζεκτ του Μάξιμου Καλυτερίδη από την άλλη είχε πάει άπατο για την ώρα, προς μεγάλη στεναχώρια διαφόρων γραβατωμένων με μανικετόκουμπα και σολάριουμ που τηλεφωνούσαν μανιωδώς. Γουάτ α φακ, μονολόγησε το Στέλεχος ρίχνοντας μια πεταχτή ματιά στα πανάκριβα βυζιά της Λάουρας και αποφασίζοντας να αναβάλει το κόψιμο κώλων για την επόμενη...
H δολοφονία της γαριδομακαρονάδας έλαβε χώρα το ίδιο βράδυ στο διαμέρισμα του Μάξιμου. Για την περίσταση είχε αγοράσει αρωματικά κεριά και είχε βάλει σε λειτουργία όλα τα «γκάτζετ φενγκ σούι» που είχε εγκαταστημένα στο μπαλκόνι του – κελαϊδίσματα πουλιών, κελαρύσματα νερών, ήχους τριζονιών, κιούπια που απελευθερώνουν υδρατμούς με άρωμα λεβάντας. Επίσης φρόντισε για ένα έξτρα πότισμα στις γλάστρες με τα δέντρα και για ένα φρεσκάρισμα του χλοοτάπητα. Γενικώς από φενγκ σούι έσκισε, έχοντας προνοήσει σε κάποιο ταξίδι του να προμηθευτεί υπερσύγχρονο εξοπλισμό από «τρέντι» γαλλικό κατάστημα ειδών κήπου και μπαλκονιού που έκανε θραύση τον τελευταίο καιρό στο Κολωνάκι. Το δράμα άρχισε όταν αποφάσισε να διαβεί το κατώφλι της κουζίνας του. Η  παραβατική ιδιοσυγκρασία του Χρυσού Αγοριού  τον οδήγησε σε απανωτές ακατανόητες επιλογές όπως αποξηραμένα κρεμμύδια, σκόρδα σε σκόνη, μείγμα μυρωδικών σε σκόνη, κονσέρβα ντομάτας και κατεψυγμένες γαρίδες. Τα λοιπά είναι μια πικρή μαγειρική ιστορία που ο καθένας θα ήθελε να ξεχάσει.
Από τη άλλη μεριά, η Λάουρα, χτυπημένη βάναυσα από την οικονομική κρίση – το Νήσι δεν ήταν το είδος παραγωγής που ταίριαζε στο καλλιτεχνικό προφίλ της και στα πάνελ δεν είχε καταφέρει να βρει δουλειά - είχε αναγκαστεί, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του κρίσιμου ραντεβού, να επισκεφθεί την γιαγιά της, την Κερασία Δαλακούρα, για να σκαλίσει την περιβόητη ντουλάπα. Η Γωγώ κι η Σάσα είχαν επιμείνει να φορέσει ένα απλό Ντόνα Καράν – για να είσαι αριστοκρατική και όχι ξέκωλο, διευκρίνισε η Σάσα – που της ήρθε γάντι  της Λάουρας και που ένας Θεός ξέρει τι ακριβώς σκόπευε να το κάνει η Κερασία όταν το αγόραζε. Χτύπησε την πόρτα του Μάξιμου κατά τις εννιά κι αυτός την υποδέχτηκε παρφουμαρισμένος με το τραπέζι στρωμένο σε ένα μπαλκόνι με διακριτικό φωτισμό, πουλιά, τριζόνια, νερά, δέντρα και γρασίδι. Ένας παράδεισος στην καρδιά της πόλης, συνήθιζε να λέει το Στέλεχος. Το δείπνο πήγε καλά. Οι μαγειρικές αστοχίες του οικοδεσπότη πέρασαν απαρατήρητες από την καλεσμένη του και η σχέση άρχισε να συσφίγγεται τις επόμενες εβδομάδες. Όμως δεν ήταν γραφτό του Μάξιμου και της Λάουρας να μοιραστούν τον λάιφ στάιλ παράδεισο πού είχαν ονειρευτεί στα ένδοξα χρόνια της εφηβείας τους – τότε που κοιτούσαν ονειροπόλα τα ταβάνια των υπνοδωματίων τους αγκαλιά με τις συνταγές επιτυχίας του περιοδικού Κλικ. Τα χαρτζιλίκια της Κερασίας είχαν στερέψει για την Λάουρα εδώ και καιρό. Το τζιπ που είχε αγοράσει με την αμοιβή για έναν ρόλο σε σήριαλ – ήταν ο ρόλος της ζωής της, έπαιζε μια ηρωίδα που μιλούσε με λι και νι και είχε κάνει πάταγο – ήθελε μια δεξαμενή βενζίνη για να κινηθεί, ένα συρτάρι λεφτά για  τέλη κυκλοφορίας και  σέρβις και δεν πουλιόταν με τίποτα. Άσε που στο ρετιρέ της στη Σουηδίας είχε αφήσει απλήρωτα ήδη τρία νοίκια και για τις δημόσιες σχέσεις της – εκτός που αναγκαζόταν να ταπεινώνεται φορώντας δυο και τρεις φορές το ίδιο ρούχο - έπρεπε να χρησιμοποιεί τη συγκοινωνία για να πηγαίνει στα κλαμπ και να επιστρέφει στις πέντε το πρωί με το πρώτο αν έχανε το τελευταίο βραδινό. Αλλά το τελειωτικό χτύπημα ήταν η απόλυση του Μάξιμου. Η εταιρεία του κήρυξε πτώχευση εν μία νυκτί, για να γλιτώσει τις αποζημιώσεις και το Στέλεχος, χωρίς να χάσει χρόνο, ρίχτηκε σε μια μάταιη αναζήτηση που κράτησε αρκετές εβδομάδες. Προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία το γνωστό δίκτυο που καθάριζε τόσα χρόνια. Οι κάθε λογής «Θείοι» άρχισαν ξαφνικά να μην βγαίνουν στο τηλέφωνο, παλιοί γνωστοί που τον συναντούσαν στο δρόμο πετούσαν ειρωνικές ατάκες. Οι πιτσιρικάδες στο μετρό έριχναν περιφρονητικά βλέμματα στο ακριβό κοστούμι, στο μοδάτο κινητό και τον σινιέ χαρτοφύλακα. Το τζιπ βρέθηκε καμένο στο σημείο που το είχε παρκάρει την επόμενη των γεγονότων στο Σύνταγμα και τα έτοιμα τελείωναν σιγά σιγά – δεν είχε και πολλά στην άκρη, πίστευε πως θα ήταν σε θέση να βγάζει λεφτά οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του γιατί τα λεφτά τα βγάζουν οι ικανοί και αυτός ήταν ένας από τους ικανότερους. Ο Μαξιμος Καλυτερίδης, αρκετά διορατικός και έμπειρος πλέον στα σαράντα πέντε του, συνειδητοποίησε σύντομα πως είχε να κάνει με αυτό που λέμε «τέλος εποχής» και πως αν δεν ήθελε να βρεθεί να πουλάει κινητά, ρολόγια και λαπ τοπ για να πληρώσει ενοίκιο και λογαριασμούς έπρεπε να πάρει δραστικά μέτρα. Έπεισε πολύ εύκολα τη Λάουρα, που δεν είχε καμιά άλλη επιλογή για την ώρα, έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς του με τον «παράδεισο στην καρδιά της πόλης» που τόσα χρόνια είχε φιλοξενήσει τα μεγαλεία της λαμπρής σταδιοδρομίας του και εμφανίστηκε στης Κερασίας έτοιμος για δράση. Η Λάουρα άρχισε να φορτώνει τα πράγματά της στο κλειστό μεταχειρισμένο βαν μαζί με τα πράγματα του Μάξιμου. Στη Δράμα, στο πατρικό του, θα έβλεπαν πως θα τα έβγαζαν πέρα. Θα μάζευαν ελιές, θα έκαναν βιολογικές καλλιέργειες, ένας Θεός ξέρει, δεν τα είχε καταλάβει και όλα όσα της είχε πει. Θα έφτιαχναν λέει μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, συνεταιρισμό… Πάντως οι καινούργιες τρέσες της πήγαιναν μια χαρά – αυτό το χατίρι το είχε κάνει στον εαυτό της. Φόρτωσε την τελευταία βαλίτσα, την κόκκινη την Λουί βιτόν - είχε βάλει μέσα τα τιπ τοπ και τα κλατς. Βλαστήμησε - την τελευταία στιγμή έσπασε το μεσαίο της νύχι, είχε κάνει γαλλικό το πρωί - κι ανέβηκε στο βαν. Η Κερασία είχε βγει στην εξώπορτα και τους αποχαιρετούσε. Τον Αύγουστο με τις μεγάλες ζέστες θα πήγαινε να τους δει…

2 σχόλια:

Anonymous said...

Βρε πως καταντήσαμε, που σαρανταρήσαμε! Στη Δράμα αδελφή μου, στη Δράμα!

kyrallina said...

Δράμα στην Δράμα αδελφή/ε μου!