Εκείνη την χρονιά, για πολλοστή φορά στην ζωή της, η Κερασία Δαλακούρα, βρέθηκε σε δεινή θέση. Η αλήθεια είναι πως, μέσα σε διάστημα τριών χρόνων, είχε καταφέρει να ξοδέψει όλα τα λεφτά της ληστείας του 2007, αγοράζοντας κάθε λογής ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, έπιπλα, είδη προικός, ρούχα και καλλυντικά και μετατρέποντας το ερείπιο του Δαλακούρα σε κάτι που έμοιαζε με Κολωνακιώτικη μπουτίκ, παράρτημα του Χόντου, υποκατάστημα των 120 ενωμένων εργοστασίων, αποθήκη του Χυτήρογλου και τεχνολογικό πάρκο ταυτοχρόνως. Τις πρώτες μέρες μετά από τη ληστεία, το συμβάν είχε διαρρεύσει στο ΚΑΠΙ της γειτονιάς. Oι γέροι, που γνώριζαν όλο αυτό το διάστημα πως η πηγή της ξαφνικής ευημερίας της χήρας – η πάνινη τσάντα της λαϊκής με τα κολλαριστά χαρτονομίσματα - βρισκόταν κρυμμένη μέσα στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας του μακαρίτη, φρόντισαν να το κρατήσουν σαν επτασφράγιστo μυστικό. Στα τρία χρόνια των παχιών αγελάδων της Κερασίας, το κομοδίνο – χρηματοκιβώτιο, άνοιξε αρκετές φορές για να χρηματοδοτήσει, εκτός από τις καταναλωτικές απαιτήσεις της νεόπλουτης ιδιοκτήτριας, κάθε λογής ανάγκες των φίλων της από το ΚΑΠΙ όπως ομαδικές εκδρομές, εγχειρήσεις, αγορές πορσελάνινων οδοντοστοιχιών, φάρμακα, έξοδα ταφής κλπ. Κάπως έτσι, τα Χριστούγεννα του 2010, οι δεσμίδες με τα πενηντάρικα είχαν κάνει φτερά από την τσάντα της λαϊκής και η Κερασία αναγκάστηκε να κρεμαστεί ξανά στην πενιχρή της σύνταξη για να βιοποριστεί. Όμως, εκείνη την χρονιά το δώρο είχε έρθει πετσοκομμένο και μαζί με την δωδέκατη σύνταξη δεν έφτασε για να πληρωθούν οι λογαριασμοί του μήνα. Μια εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα, η Κερασία, είχε καταναλώσει τα εναπομείναντα φουαγκρά, τουρσιά, πατέ και λοιπά ντελικατέσεν μπινελίκια του ψυγείου της και είχε βρεθεί να παρατηρεί με απορία μια τον πάτο της άδειας τσάντας της λαϊκής και μια τα λευκά τοιχώματα του υπερσύγχρονου αλλά απελπιστικά κενού καταψύκτη της. Και βεβαίως εκκρεμούσε και το μεγάλο εορταστικό δείπνο, καθώς, τη νύχτα των Χριστουγέννων, η Κερασία, συνήθιζε να δεξιώνεται τους φίλους της Μίλτο και Ζωζώ Αναστασιάδη μαζί με όλα τα καρντάσια από το ΚΑΠΙ. Για την περίσταση έκλεινε ραντεβού για μιζανπλί στο κομμωτήριο του Χάρη και ξεσφήνωνε από την τιγκαρισμένη ντουλάπα της το πιο φανταχτερό λάφυρο του εξαντλητικού σόπινγκ θέραπι, στο οποίο επιδιδόταν μανιωδώς. Για τον εορταστικό διάκοσμο του σπιτιού η παράδοση απαιτούσε τα αποκαλυπτήρια ενός τεράστιου Χριστουγεννιάτικου δέντρου, που με το ζόρι κατάφερνε να σηκώνει τα στολίδια του, και που τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου αποθηκευόνταν με πλήρη εξοπλισμό σε μια γωνιά του χολ, σκεπασμένο με σακούλες σκουπιδιών, ελλείψει χώρου. Ούτως η άλλως το σαραβαλιασμένο πάτωμα του Δαλακούρα φιλοξενούσε, από τις πρώτες μέρες του πλουτισμού της οικοδέσποινες, διπλά και τρίδιπλα στρώματα χαλιών και από το ξεφτισμένο ταβάνι της σαλοτραπεζαρίας κρεμόταν ένας πολυέλαιος που φώτιζε την γιορτή. Συνήθως, το μενού περιλάμβανε εκλεκτούς μεζέδες και συνταγές που η Κερασία ανακάλυπτε σερφάροντας στο διαδίκτυο με το λάπ τοπ, που είχε αποκτήσει πληρώνοντας τοις μετρητοίς στον Κωτσόβολο και σέρνοντας τον απηβδυσμένο υπάλληλο μέχρι το σπίτι της για να το μεταφέρει και να το εγκαταστήσει. Στην συνέχεια, για να μάθει να το χειρίζεται, είχε πληρώσει μαθήματα κατ’ οίκον σε έναν δυστυχή απόφοιτο του ΤΕΙ Πληροφορικής, που όντας άνεργος, είχε πιστέψει στην αρχή πως είχε κάνει την τύχη του - αλλά αυτά θα τα πούμε σε άλλη συνταγή. Μ΄αυτά και μ΄αυτά, το ετήσιο δείπνο της Κερασίας είχε καθιερωθεί ως το γεγονός της χρονιάς για την παρέα του ΚΑΠΙ και τώρα η κεραυνοβολημένη από την οικονομική καταστροφή οικοδέσποινα έψαχνε να βρει πως θα τα μπαλώσει. Τη λύση του γρίφου της την ανακοίνωσε από τα τηλέφωνο ο Μίλτος. Αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να χρειαστούν το περίστροφο. Αρκούσε η Κερασία να ψάξει στην αποθήκη και να ξετρυπώσει την απόχη ψαρέματος του Στέλιου, αυτήν που χρησιμοποιούσαν στα νειάτα τους όταν πήγαιναν για καθετή. Το σχέδιο είχε καταστρωθεί λεπτομερώς. Την παραμονή το μεσημέρι, κατά τις δυο, το ζεύγος Αναστασιάδη συναντήθηκε με την χήρα στην στάση του λεωφορείου. Οι δυο γυναίκες πιάστηκαν αγκαζέ για να περπατήσουν τάχα στον Κήπο κι ο Μίλτος, κρατώντας την αποχη, έκανε πως παρατηρούσε την χλωρίδα με ύφος εκατό βοτανολόγων . Το κόλπο έγινε γρήγορα και η τελευταία πάπια του Ζαππείου βρέθηκε στην πίσω αυλή της Κερασίας, όπου ο Μίλτος ανέλαβε να κάνει την πολύ βρώμικη δουλειά. Οι γυναίκες έπεσαν με τα μούτρα στο δίκτυο για να βρουν συνταγή. Στην ιστοσελίδα του βιτάμ, η διαφήμιση της συνταγής Πάπια με Πορτοκάλι έγραφε: "Πορτοκάλι, κονιάκ και μπαχαρικά αγκαλιάζουν ευλαβικά την πάπια. Αρωματική και τραγανή όσο ποτέ!". Μετά από υποχρεωτική νηστεία μιας εβδομάδας, η Κερασία, ένιωσε να της τρέχουν τα σάλια. Αυτήν θα κάνομε γεια, είπε στην Ζωζώ, που κοιτούσε αφηρημένη τον απέναντι τοίχο, νοσταλγώντας όλες τις Χριστουγεννιάτικες γεμιστές γαλοπούλες της ζωής της, που δεν ήξερε τότε να τις εκτιμήσει και να τις σεβαστεί και που τώρα, έχοντας να φάει κρέας έξι μήνες μετά την τελευταία μείωση στην σύνταξη του Μίλτου, καταλάβαινε επιτέλους την αξία τους. Η Κερασία πλησίασε το ποντίκι πάνω στην λέξη πάπια. Οι τύποι του βιτάμ είχαν βάλει εκεί την επεξήγηση:" η πάπια θηρεύεται για το κρέας της, που είναι πολύ νόστιμο. Επίσης εκτρέφεται για τα αυγά της, για το φτέρωμά της και συχνά εκτίθεται σε Ζωολογικού Κήπους" και σε Εθνικούς Κήπους συμπλήρωσε ο Μίλτος φέρνοντας το θήραμά έτοιμο για μαγείρεμα. Ακολούθησαν την συνταγή του βιτάμ κατά γράμμα. Έβαλαν την πάπια σε ένα ταψί και την άλειψαν με ένα πακέτο βιτάμ, χωρίς να σκεφτούν ούτε για μια στιγμή ζάχαρο και χολιστερίνη. Της κάρφωσαν τα απαιτούμενα γαρίφαλα, την έλουσαν με μια κούπα κονιάκ και με τον χυμό τριών πορτοκαλιών, πρόσθεσαν γύρω γύρω δαφνόφυλλα και τρία πορτοκάλια κομμένα στην μέση, αλάτι, πιπέρι και μετά την έβαλαν να ψηθεί για μια ώρα στους 170. Ο Μίλτος είχε φροντίσει να κάνει τα σχετικά τηλεφωνήματα στο ΚΑΠΙ και οι υπόλοιποι ήταν ενήμεροι για την οικονομική στενότητα της Κερασίας. Το μενού θα συμπληρωνόταν ρεφενέ. Οι γέροι είχαν ξαμοληθεί στις λαϊκές και στους κάδους της κρεαταγοράς για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα και στο τέλος βρέθηκε κι ένα κρασί από βαρέλι που δεν υπήρχε όμοιο. Η Κερασία και η Ζωζώ υποδέχτηκαν τους καλεσμένους σημαιοστολισμένες κάτω από τους πολυέλαιους που έκαναν την νύχτα μέρα στην σαλοτραπεζαρία. Στήθηκε γλέντι τρικούβερτο, μόνο που διέκρινες μια στιγμιαία μελαγχολία στα μάτια των συνδετημόνων όταν κάποιος σήκωνε το ποτήρι του για να ευχηθεί "και του χρόνου". Σημείωση: Τον χειμώνα του 2010 στην Αθήνα δεν έκανε κρύο, έκανε πείνα. Η τελευταία πάπια του Ζαππείου εξαφανίστηκε στην Παραμονή των Χριστουγέννων. Οι υπεύθυνοι ισχυρίζονταν ότι τις κρατούσαν κλεισμένες στα κλουβιά τους για ευνόητους λόγους. Οι Αθηναίοι όμως, που επισκέπτονταν τον Κήπο και γνώριζαν την αλήθεια, έριχναν μούντζες κατά τον Άγνωστο Στρατιώτη και έφτυναν κατά γης.
2 σχόλια:
Μάλλον θα έχει κακά ξεμπερδέματα η πάπια!ν Την βλέπω την δουλειά!
Καλά βλέπεις μαϊ φρεντ!
Post a Comment