Ο Οδυσσέας αγόρασε μια ουγγιά δηλητήριο για τα ποντίκια, το ανακάτεψε με αφρόγαλα και μαρμελάδα φράουλα, κι άδειασε τη θανάσιμη κρέμα σ΄ένα γλυκό απ΄όπου είχε αδειάσει την αρχική γέμιση. Έπειτα του έβαλε από πάνω μια κρέμα πιο πυκνή και συμπλήρωσε την απάτη με εβδομήντα ροζ κεράκια.
Η γιαγιά ανακάθισε στον θρόνο κουνώντας το απειλητικό ραβδί της όταν τον είδε να μπαίνει στη σκηνή με το γιορταστικό γλύκισμα.
"Αδιάντροπε" φώναξε. "Πως τολμάς να πατάς το πόδι σου σ΄αυτό το σπίτι;" Ο Οδυσσέας κρύφτηκε πίσω από το αγγελικό του πρόσωπο. "Έρχομαι να σου ζητήσω συγνώμη" είπε, "σήμερα είναι τα γενέθλιά σου". Αφοπλισμένη από το εύστοχο ψέμα του, η γιαγία τον έβαλε να στρώσει το τραπέζι σαν για δείπνο γαμήλιο.
Κάθισε τον Οδυσσέα στα δεξιά της, ενώ η Ερέντιρα τους σερβίριζε, κι αφού έσβησε τα κεριά μ΄ένα σαρωτικό φύσημα κι έκοψε το γλυκό σε ίσα μέρη, σερβίρισε τον Οδυσσέα.
Κάθισε τον Οδυσσέα στα δεξιά της, ενώ η Ερέντιρα τους σερβίριζε, κι αφού έσβησε τα κεριά μ΄ένα σαρωτικό φύσημα κι έκοψε το γλυκό σε ίσα μέρη, σερβίρισε τον Οδυσσέα.
"Ένας άνθρωπος που ξέρει να εξασφαλίζει τη συγνώμη, έχει κερδίσει το μισό ουρανό" είπε. "Σου δίνω το πρώτο κομμάτι, που είναι της ευτυχίας". "Δεν μου αρέσει το γλυκό" είπε εκείνος. "Πάρτο εσύ". Η γιαγιά πρόσφερε στην Ερέντιρα το άλλο κομμάτι. Εκείνη το πήγε στην κουζίνα και το έριξε στα σκουπίδια.
Η γιαγιά έφαγε μόνη της το υπόλοιπο. Έβανε στο στόμα της ολόκληρα κομμάτια και τα κατάπινε αμάσητα, αναστενάζοντας απολαυστικά και κοιτάζοντας τον Οδυσσέα από το χείλος της απόλαυσής της. Όταν δεν είχε άλλο στο πιάτο της έφαγε και αυτό που περιφρόνησε ο Οδυσσέας. Καθώς μασούσε το τελευταίο κομματάκι, μάζεψε με τα δάχτυλα τα ψύχουλα απ΄το τραπεζομάντιλο και τα ΄βαλε στο στόμα της.
Είχε φάει αρσενικό που έφτανε να εξοντώσει μια γενεά αρουραίων. Ωστόσο, έπαιξε πιάνο και τραγούδησε ως τα μεσάνυχτα, ξάπλωσε ευτυχισμένη και κοιμήθηκε κανονικά. Το μόνο καινούργιο σημάδι ήταν ένα σκληρό γραντζούνισμα στην ανάσα της.............
Η γιαγιά έφαγε μόνη της το υπόλοιπο. Έβανε στο στόμα της ολόκληρα κομμάτια και τα κατάπινε αμάσητα, αναστενάζοντας απολαυστικά και κοιτάζοντας τον Οδυσσέα από το χείλος της απόλαυσής της. Όταν δεν είχε άλλο στο πιάτο της έφαγε και αυτό που περιφρόνησε ο Οδυσσέας. Καθώς μασούσε το τελευταίο κομματάκι, μάζεψε με τα δάχτυλα τα ψύχουλα απ΄το τραπεζομάντιλο και τα ΄βαλε στο στόμα της.
Είχε φάει αρσενικό που έφτανε να εξοντώσει μια γενεά αρουραίων. Ωστόσο, έπαιξε πιάνο και τραγούδησε ως τα μεσάνυχτα, ξάπλωσε ευτυχισμένη και κοιμήθηκε κανονικά. Το μόνο καινούργιο σημάδι ήταν ένα σκληρό γραντζούνισμα στην ανάσα της.............
"Φύγε" είπε η Ερέντιρα. "Τώρα θα ξυπνήσει". "Είναι πιο ζωντανή κι από ελέφαντας" είπε ο Οσυσσέας. "Αποκλείεται!" Η Ερέντιρα τον διαπέρασε με μια θανάσιμη ματιά. "Το πρόβλημα είναι" είπε, "πως δεν τα καταφέρνεις να σκοτώσεις κανέναν"...............
Η μόνη αλλαγή που φαινόταν ήταν μια αταξία στις καθημερινές της συνήθειες. Ήτανε Τετάρτη, αλλά η γιαγιά φόρεσε κυριακάτικο φόρεμα, αποφάσισε πως η Ερέντιρα δεν θα δεχτεί κανέναν πελάτη πριν από τις έντεκα, και της ζήτησε να της βάψει τα νύχια σε χρώμα ροδί, και να την χτενίσει παπικά. "Ποτέ δεν είχα τόσο κέφι να φωτογραφιστώ".
Η Ερέντιρα άρχισε να την χτενίζει, αλλά περνώντας τη χτένα για να της ξεμπερδέψει τα μαλλιά, έμεινε μέσα στα δόντια μια τούφα μαλλιά. Τα έδειξε τρομαγμένη στη γιαγιά. Εκείνη τα περιεργάστηκε, δικίμασε να ξεριζώσει κι άλλη τούφα με τα δάχτυλά της, κι άλλο θαμνάκι μαλλιά της έμεινε στο χέρι. Το πέταξε κάτω, δόκίμασε πάλι, και ξερίζωσε μια πιο μεγάλη τούφα. Τότε άρχισε να τραβάει τα μαλλιά και με τα δυο χέρια πεθαμένη από τα γέλια, ρίχνοντας χούφτες στον αέρα με μια ανεξήγητη αγαλίαση, ώσπου το κεφάλι της έμεινε σαν ξεφλουδισμένη καρύδα........
(Η συνέχεια στο "Η απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρα και της άσπλαχνης γιαγιάς της" του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες - Εκδόσεις γράμματα)
Η μόνη αλλαγή που φαινόταν ήταν μια αταξία στις καθημερινές της συνήθειες. Ήτανε Τετάρτη, αλλά η γιαγιά φόρεσε κυριακάτικο φόρεμα, αποφάσισε πως η Ερέντιρα δεν θα δεχτεί κανέναν πελάτη πριν από τις έντεκα, και της ζήτησε να της βάψει τα νύχια σε χρώμα ροδί, και να την χτενίσει παπικά. "Ποτέ δεν είχα τόσο κέφι να φωτογραφιστώ".
Η Ερέντιρα άρχισε να την χτενίζει, αλλά περνώντας τη χτένα για να της ξεμπερδέψει τα μαλλιά, έμεινε μέσα στα δόντια μια τούφα μαλλιά. Τα έδειξε τρομαγμένη στη γιαγιά. Εκείνη τα περιεργάστηκε, δικίμασε να ξεριζώσει κι άλλη τούφα με τα δάχτυλά της, κι άλλο θαμνάκι μαλλιά της έμεινε στο χέρι. Το πέταξε κάτω, δόκίμασε πάλι, και ξερίζωσε μια πιο μεγάλη τούφα. Τότε άρχισε να τραβάει τα μαλλιά και με τα δυο χέρια πεθαμένη από τα γέλια, ρίχνοντας χούφτες στον αέρα με μια ανεξήγητη αγαλίαση, ώσπου το κεφάλι της έμεινε σαν ξεφλουδισμένη καρύδα........
(Η συνέχεια στο "Η απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρα και της άσπλαχνης γιαγιάς της" του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες - Εκδόσεις γράμματα)
5 σχόλια:
Kαλή φραουλοχρονιά:)))
Άντε άντε, κανένα γλυκάκι δεν θα έχει ο νέος έτος?;Ρ
To σιάχνουμε, το σιάχνουμε, αλλά το καλό πράγμα αργεί!
Ένα πρώτο συμπέρασμα που αβίαστα βγαίνει, είναι ότι το αρσενικό δεν είναι το μυστικό όπλο κατά της φαλάκρας .... (Χρόνια πολλά !)
Ναι, τώρα που το σκέφτομαι μάλλον έχεις δίκιο. Αβίαστα, εντελώς αβίαστα, όπως ακριβώς το λες. Καλή Χρονιά!
Πώς μου ξέφυγε εμένα αυτο το βιβλίο του Μαρκές; Πάω να δω τη συνέχεια...
Post a Comment