(Eσύ κι εγώ στη γιάφκα μόνοι)
Κάθε φορά που ο Φώτης ο βομβιστής, το καμάρι των Εξαρχείων, έβγαινε στην πλατεία για φραπέ έτριζαν τα πεζοδρόμια.
Προτιμούσε να ντύνεται total black με τα μανίκια του πουκάμισου διπλωμένα μέχρι τους αγκώνες για να φαίνεται το τατουάζ. Έδενε τα μαλλιά αλογοουρά κι έριχνε και το δερμάτινο το μηχανοβιακό στην πλάτη.
Σαν τον αϊτό φτερούγαγε στις στράτες, τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια!
Οι φίλοι του, όλο λεβέντες νέοι, αναρχικοί γενναίοι, τον περίμεναν στην πλατεία γιατί τελευταία σχεδίαζαν την ανατίναξη του πιο κομβικού, του πιο σημαντικού, του πιο κεντρικού κάδου απορριμμάτων της Αθήνας.
Ο κάδος ήταν όργανο του συστήματος, αποδέκτης καπιταλιστικών απορριμμάτων, συνένοχος κεφαλαιοκρατικών εγκλημάτων κι έπρεπε να φύγει από τη μέση.
Μέχρι που συνέβη το μοιραίο κι ο Φώτης ο βομβιστής το καμάρι των Εξαρχείων δεν ήταν πια ο Φώτης που όλοι γνώριζαν.
Την είδε κατά την διάρκεια μιας συνεδρίασης να κάθεται στο διπλανό τραπέζι.
Η Ρόζα η κουλτουριάρα ήπιε την τελευταία γουλιά από το φραπέ της, έσβησε το τσιγάρο της κι άδειασε ένα ποτήρι νερό στο κεφάλι του τύπου που καθόταν δίπλα της.
"Δεν θέλω να σε ξαναδώ" του είπε κι άρπαξε το ταγάρι της νευριασμένη και σηκώθηκε να φύγει, αλλά ο Φώτης άκουγε μουσικές κι έβλεπε πουλάκια!
Έτρεξε πίσω της, "παρακαλώ Συντρόφισσα να μου κάνετε την τιμή να μ' επισκευθείτε στην γιάφκα μου όπου θα παραθέσω δείπνο προς τιμήν σας" της είπε. Η Ρόζα απάντησε "merci, τι ώρα;"
Εγκατέλειψε τους συντρόφους εν μέσω συνεδρίασης κι έτρεξε στη γιάφκα να αερίσει, να ξεσκονίσει, για γυαλίσει τα καλάσνικοφ, να τακτοποιήσει τα διαβατήρια, να βάλει σε τάξη τις χειροβομβίδες. Ύστερα έριξε μια ματιά στις προμήθειες για να βεβαιωθεί ότι υπήρχαν όλα τα απαραίτητα υλικά:
Βρήκε ένα ολόκληρο πακέτο πένες, θα χρησιμοποιούσε το ένα τρίτο για να μαγειρέψει για δυο άτομα. Δυό μεγάλα φιλέτα κοτόπουλου, 1 λεμόνι, μισό λίτρο γάλα, δυο κουταλιές μασκαρπόνε, δυο πράσινες πιπεριές, άνηθο, μαϊντανό κι εκατό γραμμάρια τριμμένο ανθότυρο. "O.K, το χουμε", σκέφτηκε.
Το βράδυ ο Φώτης έβαλε τις πένες να πάρουν βράση σε αλατισμένο νερό και τα φιλέτα να ψηθούν στο γκριλ σε δυνατή φωτιά αλτατοπιπερωμένα και σκεπασμένα με τις πιπεριές κομμένες σε λωρίδες. Τα έβγαλε από το γκρίλ μισοψημένα και τα έκοψε σε μικρά κομμάτια.
Μετά έβαλε ένα τηγάνι στη φωτιά κι έριξε μέσα το λεμόνι και τα ψιλοκομμένα μυρωδικά. Πρόσθεσε τις πένες και τα φιλέτα κι ανακάτεψε μέχρι να εξατμισθεί το λεμόνι. Έριξε το γάλα και το μασκαρπόνε και τα ανακάτεψε με χαμηλωμένη φωτιά.
Ύστερα τα σκέπασε και τα άφησε να βράσουν μέχρι να δέσει η σάλτσα.
Τότε ακριβώς χτύπησε η πόρτα.
Η Ρόζα η κουλτουριάρα κάθισε μπροστά στο πιάτο με τις πένες, που ήταν πασπαλισμένο με τριμμένο ανθότυρο και άνηθο, και δοκίμασε την πρώτη πιρουνιά! Τι έγινε μετά δεν μάθαμε!
Μάλλον έφαγαν αυτοί καλά - γιατί έχουν να βγουν από τη γιάφκα δυο μήνες - και τη γλίτωσε ο κάδος την ανατίναξη και ατενίζει πλέον το μέλλον με αισιοδοξία!
Κάθε φορά που ο Φώτης ο βομβιστής, το καμάρι των Εξαρχείων, έβγαινε στην πλατεία για φραπέ έτριζαν τα πεζοδρόμια.
Προτιμούσε να ντύνεται total black με τα μανίκια του πουκάμισου διπλωμένα μέχρι τους αγκώνες για να φαίνεται το τατουάζ. Έδενε τα μαλλιά αλογοουρά κι έριχνε και το δερμάτινο το μηχανοβιακό στην πλάτη.
Σαν τον αϊτό φτερούγαγε στις στράτες, τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια!
Οι φίλοι του, όλο λεβέντες νέοι, αναρχικοί γενναίοι, τον περίμεναν στην πλατεία γιατί τελευταία σχεδίαζαν την ανατίναξη του πιο κομβικού, του πιο σημαντικού, του πιο κεντρικού κάδου απορριμμάτων της Αθήνας.
Ο κάδος ήταν όργανο του συστήματος, αποδέκτης καπιταλιστικών απορριμμάτων, συνένοχος κεφαλαιοκρατικών εγκλημάτων κι έπρεπε να φύγει από τη μέση.
Μέχρι που συνέβη το μοιραίο κι ο Φώτης ο βομβιστής το καμάρι των Εξαρχείων δεν ήταν πια ο Φώτης που όλοι γνώριζαν.
Την είδε κατά την διάρκεια μιας συνεδρίασης να κάθεται στο διπλανό τραπέζι.
Η Ρόζα η κουλτουριάρα ήπιε την τελευταία γουλιά από το φραπέ της, έσβησε το τσιγάρο της κι άδειασε ένα ποτήρι νερό στο κεφάλι του τύπου που καθόταν δίπλα της.
"Δεν θέλω να σε ξαναδώ" του είπε κι άρπαξε το ταγάρι της νευριασμένη και σηκώθηκε να φύγει, αλλά ο Φώτης άκουγε μουσικές κι έβλεπε πουλάκια!
Έτρεξε πίσω της, "παρακαλώ Συντρόφισσα να μου κάνετε την τιμή να μ' επισκευθείτε στην γιάφκα μου όπου θα παραθέσω δείπνο προς τιμήν σας" της είπε. Η Ρόζα απάντησε "merci, τι ώρα;"
Εγκατέλειψε τους συντρόφους εν μέσω συνεδρίασης κι έτρεξε στη γιάφκα να αερίσει, να ξεσκονίσει, για γυαλίσει τα καλάσνικοφ, να τακτοποιήσει τα διαβατήρια, να βάλει σε τάξη τις χειροβομβίδες. Ύστερα έριξε μια ματιά στις προμήθειες για να βεβαιωθεί ότι υπήρχαν όλα τα απαραίτητα υλικά:
Βρήκε ένα ολόκληρο πακέτο πένες, θα χρησιμοποιούσε το ένα τρίτο για να μαγειρέψει για δυο άτομα. Δυό μεγάλα φιλέτα κοτόπουλου, 1 λεμόνι, μισό λίτρο γάλα, δυο κουταλιές μασκαρπόνε, δυο πράσινες πιπεριές, άνηθο, μαϊντανό κι εκατό γραμμάρια τριμμένο ανθότυρο. "O.K, το χουμε", σκέφτηκε.
Το βράδυ ο Φώτης έβαλε τις πένες να πάρουν βράση σε αλατισμένο νερό και τα φιλέτα να ψηθούν στο γκριλ σε δυνατή φωτιά αλτατοπιπερωμένα και σκεπασμένα με τις πιπεριές κομμένες σε λωρίδες. Τα έβγαλε από το γκρίλ μισοψημένα και τα έκοψε σε μικρά κομμάτια.
Μετά έβαλε ένα τηγάνι στη φωτιά κι έριξε μέσα το λεμόνι και τα ψιλοκομμένα μυρωδικά. Πρόσθεσε τις πένες και τα φιλέτα κι ανακάτεψε μέχρι να εξατμισθεί το λεμόνι. Έριξε το γάλα και το μασκαρπόνε και τα ανακάτεψε με χαμηλωμένη φωτιά.
Ύστερα τα σκέπασε και τα άφησε να βράσουν μέχρι να δέσει η σάλτσα.
Τότε ακριβώς χτύπησε η πόρτα.
Η Ρόζα η κουλτουριάρα κάθισε μπροστά στο πιάτο με τις πένες, που ήταν πασπαλισμένο με τριμμένο ανθότυρο και άνηθο, και δοκίμασε την πρώτη πιρουνιά! Τι έγινε μετά δεν μάθαμε!
Μάλλον έφαγαν αυτοί καλά - γιατί έχουν να βγουν από τη γιάφκα δυο μήνες - και τη γλίτωσε ο κάδος την ανατίναξη και ατενίζει πλέον το μέλλον με αισιοδοξία!















6 comments:
Ωραίο μπλογκ, καλές μαγειρικές!!:)
(ειδικά αυτό το ανθότυρο με άνηθο σλουρπ!)
Ευχαριστώ, καλή όρεξη!
Δυναμίτις... στο μαλακό υπογάστριο!
:-)
Να υποψιαστώ ότι ο σύντροφος Καζαντζίδης(+), εμπνεύσθηκε από τον εκπεσόντα Φώτη το ανατρεπτικό και αντεστραμμένο άσμα "Μαύρο πουκάμισο φορώ και άσπρο θα το βάψω...";
Ίσως ίσως σύντροφε Δημήτρη! Πολύ πιθανόν.
Αλλά δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά διότι περιμένουμε με αγωνία τον παραστρατημένο να ξεμυτίσει από τη γιάφκα για να δούμε τα χαϊρια του!
Που καταντάει ο άνθρωπος καμιά φορά!
Τώρα οι κουκουλοφόροι έχουν τον ύμνο τους-ποιιος θα τον μελοποιήσει;
Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ
ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΩΝ
1 Με αητού ψυχή και θώρι
και μ΄απλή κι αγνή καρδιά
μόνον οι κουκουλοφόροι
βλέπουν γύρω καθαρά.
2 Κι ενώ οι άλλοι λέν τι «πρέπει»
και πια παύουν-και σιωπούν,
οι κουκουλοφόροι έπη
γράφουν,δίχως να μιλούν.
3 Όταν καίνε τις σημαίες
και του «Αγνώστου» τη σκοπιά
πλαστουργούν σκιερές αλέες
να βαδίσει η Ανθρωπιά.
4 Κι ας φωνάζουν οι αχρείοι
ελληνίδος όπου γης,
και καθείς ας επισείει
απειλές λογής λογής
5 για τους νέους,που «βεβηλώνουν»,
όπως όλοι λεν αυτοί
τα ιερά,όταν ξηλώνουν
ό,τι χρήζει να χαθεί.
6 Κι αν εκάη μία σημαία
χίλιες καιν οι βουλευτές
βίλλα φτιάχνοντας μια νέα
με λεφτά από τις κλεψ ιές.
7 Κι άλλες χίλιες ο καθένας
υπουργός,πολιτευτής,
κομματόσκυλο,ή ένας
κρατικός αρχιληστής,
8 όταν κλέβει απ΄του Δημόσιου
τον φτωχό τον κορβανά
ιερό δίχως και όσιο
κάτι να τον σταματά.
9 Κι όποιον κλέφτει,τονε στέλνουν,
όχι για τη φυλακή,
μα στο σπίτι τον πηγαίνουν
να τα φάει ήσυχα εκεί.
10 Όμως όταν χαλαστούνε
μια καρέκλα,ένα σκαμνί,
οι ληστές αυτοί βοούνε
για την αβαρία αυτή.
11 Κι όλοι ενώ είναι πνιγμένοι
στα κλεμμένα τους λεφτά
στο ρεφραίν καθείς τους μένει:
«ποιος θα τα πληρώσει αυτά;»
12 Ω! Μιαροί! Ο κουκουλοφόρος
δεν μιαίνει τα ιερά:
των ηρώων μαντατοφόρος
νέα σάς φέρνει τρομερά.
13 Ένα αγώνα φέρνει νέον
στην πανάθλιά σας γη
και σας λέει: «ξεχάστε πλέον
όσα κάνατε όλοι πριν».
14 Κι οι μολότωφ του θ’ ανάψουν
μια τρανή τώρα φωτιά
και συθέμελα θα κάψουν
όσα σάπια και παλιά.
15 Οι κουκουλοφόροι δίνουν
σάρκα στ΄ όνειρο κι οστά
κι όλα πίσω τους τ΄αφήνουν
και τραβούν γοργά μπροστά.
16 Απ΄τα βάθη των αιώνων
οι ήρωές μας τους θωρούν
και θερμά μ΄ευχές τους ραίνουν
και μ΄ευλόγια όση μπορούν.
17 Κι αν εζούσανε και τώρα,
θα διαδήλωναν μαζί,
με κεινούς όπου η χώρα
θέλουν λεύτερα να ζει.
18 Κι αν υπήρχανε,οι ιδιοι
πρώτοι θα ΄βαζαν φωτιά,
κι άλλη μια στις που ΄χουν ήδη
δόξας παίρνοντας πρωτιά.
19 Ω! Αν εζούσαν οι καλοί μου
θα ΄χανε ξεσηκωθεί
κι όλοι οι άθλιοι του Μαξίμου
θα ΄χανε έρριζα χαθεί.
20 Δε σκοτώθηκαν εκείνοι
για να οργιάζει η διαφθορά
για ν΄ ανθούν μαφιόζων κτήνη
και να καίει η αγορά΄
21 τα παιδιά μας για να βγαίνουν
κούτσουρα από τα σχολειά,
και πάντα άνεργα να μένουν
κι ας γυρεύουνε δουλειά΄
22 οι εργάτες μες στους δρόμους
αρρωσταίνοντας να σβυουν,
να τους λένε παρανόμους
αν πεινώντας απεργούν,
23 ο αλλοπρόσαλλος ο «θείος»
τρισεκατομμύρια να ΄χει
ο λαός ενώ αισίως
για ευρώ ένα δίνει μάχη,
24 kαι αβίωτος να ΄ν΄ο βίος
σε παιδάκια τρυφερά
και να δυστυχεί αισίως
κάθε μια νοικοκυρά.
25 Φλόγα που τα βρώμια καίει
και τα σάπια καταλεί!,
ο εμπρηστής,όχι δε φταίει,
μα η πατρίδα τον φιλεί..
26 Όλοι οι ήρωες του «Αγνώστου»
άμοιροι ήσαν και φτωχοί
που καθένα ο υπουργός του
έστελνε να σκοτωθεί,
27 για να μένει εκείνος σώος
κι απ΄τις σάρκες τους να ζει
σαν αυτός να ΄ναι αθώος
ή αυτοί να ΄ταν χαζοί.
28 Για να βγαίνουν βουλευτήδες
Άκηδες βλητοκουτοί
και να πνίγουν Παπουτσήδες
τις Σαμίνες με κουπί.
29 Οι ήρωες –όχι!-δε χαθήκαν
για να κλέβει ο βουλευτής
κι ο υπουργός να ΄χει για προίκα
θησαυρούς ολοζωής.
30 Και «αυτή ΄ναι η Ελλάδα»
Για να πει πρωθυπουργός,
που του πρέπει μες στη ΓΑΔΑ
και δοχείο ναν΄ νυκτός.
31 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι,
μα όπου είστε,είναι,εσείς!
32 Από εσάς, αν είναι να ΄λθει
θα ΄λθει πάλι η λευτεριά
που ο Πολιτικός εβάλθη
ν’ ανταλλάξει με σκλαβιά.
33 Εις εσάς χτυπάει κλεισμένη
της πατρίδος η καρδιά
κι από σας μόνο προσμένει
όπως τότε ελευθεριά.
34 Και ο Ευρωπαίος κυττάει
τον αγώνα τον ιερό
τους δυνάστες σας ρωτάει:
«θε΄τε ν΄αναλάβω εγώ;»
35 Απ΄τις μαύρες σας κουκούλες
πίσω εκρύφθη η λευθεριά
όπως μέσα σε σακκούλες
να μη σβυούνε τα κεριά.
36 Μα κεριού δεν είναι αχτίδα
ό,τι πίσω έχετε εκεί-
μόνο είναι θρυαλλίδα
βόμβας πλούτου φονική.
37 Κι ανυπόμονα το χέρι
που τηνε κρατεί κυττά
καθώς βιάζεται να φέρει
εις στους σκλάβους λευθεριά.
38 Κάψτε πύργους,κάψτε κάστρα,
κτίριο κάψτε αισχρής Βουλής-
στείλτε μήνυμα προς τ΄άστρα
ότι φέγγετε κι εσείς.
39 Ρίξτε πλούτια υψωμένα
ως της φτώχειας το λαιμό!
Ρίξτε ονόματα πρησμένα
από Χρήμα και Καιρό!
40 Σπάστε! Κάψετε! Ρημάξτε!
Κι ό,τι θένε,όποιοι,ας πουν:
Σας τρομάζουνε; Τρομάξτε!
Σας ζημιώνουν; Να χαθούν!
41 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η Πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
42 Κάτω οι πατρίδες όπου
βλέπουν μόνο ένα παιδί
και κάθε άλλο, τόπου όποιου
το αφήνουν να χαθεί.
43 Θάνατος στα έθνη εκείνα
τέκνα ανάξια που γεννούν
και ποδοπατούν τα κρίνα
και τσουκνίδες καλλιεργούν.
44 Κάτω ως ρίχτει ’λάφι λιόντας
ρίξτε κάστρα ανίερα
για του έθνους πολεμώντας
τα σεπτά και τα ιερά.
45 Τέτιο κράτος ας πεθάνει
τέτιο κράτος ας χαθεί
όπου εννιά η κακία κάνει
και μια κάνει η αρετή.
46 Στους μιαρούς της χώρας πρέπει
χαλασμός και συφορά,
χαλασμός αφού τους τέρπει
και φιλούν τη συφορά.
47 Δεν αξίζει για να ζήσει
ένα κράτος σαν αυτό
που ρεμούλα και μπαξίσι
παίζουν μέσα του κρυφτό.
48 Με μολότωφ και σφεντόνα
θα ΄ρθει πάλι ξαστεριά-
με παιδιά που στον αγώνα
πολεμάνε σα θεριά.
49 Και πατρίδα φκιάστε νέα
που η χαρά του καθενού
να ’ναι τ΄άλλου η παρέα-
και οι δυο τους τ’ ουρανού.
50 Και μια φτιάχτε νια πατρίδα
να ΄ναι μάνα για ολουνούς,
καρπισμένη να ’ν’ η ελπίδα
κι άνθος της να είναι ο νους.
51 Και «εκπρόσωποι» να λείψουν
με την πέτρινη ματιά
που κυττούν κάθε να κρύψουν
των πατρώνων τους βρωμιά.
52 Από σας μονάχα η χώρα
θα ’δει πάλι προκοπή,
απ’ των βουλευτών της πρώτα
την κλεψιά αν αποκοπεί....
53 Άγνωστοι Άγνωστον εκάψαν.
Δε σας λέει αυτό,μιαροί,
φωτιά αυτοί πως δεν ανάψαν
μα μνημόσυνου κερί;
54 Υψηλό ό,τι συμβολίζει
του Αγνώστου το ιερό
των νεαρών δεν το βρωμίζει
η ορμή,όσον καιρό.
55 Οι «άγνωστοι» τις ευλογίες
παίρνουν των παλληκαριών
που τιμήσαν τις αξίες
των προγονικών γενιών.
56 Ω! Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Α! Ωραίοι καταστροφείς!
Α! Οδηγοί σεις πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!
57 Που εκάψατε θυμώνουν
κάτι κάδους σκουπιδιών
και ουρλιάζοντας ομώνουν
να σας κάνουν σκιες σκιων.
58 Μα οπλισμένμοι μ’ άγιο θάρρος
και με όπλα παιδικά
ο σοφός σεις είστε ο φάρος
που φωτίζει ιδανικά.
59 Κι αυτοί αξίζει να χαθούνε
Απ’ το πρόσωπο της γης-
μες στη μαύρης γης να μπούνε
πάλι φως μη δουν αυγής.
60 Όμως μέσα εις της ψυχής μου
το βαρύν ανασασμό
που ακλουθάει της ζωής μου
του αγώνα τον καυμό,
61 κλαίω τους χωροφυλάκους
που ανίδεος υπουργός
τους ωθεί μέσα σε λάκκους-
τάχα εκεί πως ειν΄ εχθρός.
62 Ειν΄αδέρφια μου και κείνα!
Τα φτωχά μου! Τα καλά!
Που η ανέχεια και η πείνα
μες στις φλέβες τους κυλά.
63 Και αυτό αξιοποιώντας
ο υπουργός τους προσπαθεί
«παρανόμους» δημιουργώντας
μ΄αυτούς σκάλα ν΄ανεβεί.
64 Και τους βάζει να χτυπούνε
αδερφό και αδερφή
ώστε εκείνοι να πονούνε
και να καλοζούν αυτοί.
65 Ναι! Εγώ! Πονώ για κείνους!
Γιατί κάποτε κι εγώ
θύμα ήμουν κάποιου κτήνους
που με κράταγε βουβό.
66 Κι ο υπουργός τους τους κρατάει
με τα μάτια ολοκλειστά
που δε θα ’χε γης να πάει
αν τα είχανε ανοιχτά.
67 Στων αγώνων τ΄ανηφόρι
που στην πρόοδο τραβά
οι έλληνες κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα καθαρά.
68 Ω! Απαίσιοι «πρεπολόγοι»!
Ω! Αχρείοι μαστροποί!
Σας αξίζουν τόσοι ψόγοι
όσοι αίνοι στην ντροπή!
69 Ω! Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Ωραίοι καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!
70 Οδηγείστε! Οδηγείστε!
Και σας ακλουθάμε εμείς!
Ιχνηλάτες άξιοι είστε
της Χαμένης Μας Τιμής!
71 Το αίμα σας,πυρρό που στάζει,
και γι Αυτήν έχει χυθεί,
η Παιδεία το κυττάζει
απ’ το βάθρο Της σβυστή.
72 Χάμου απ΄της Βουλής ριγμένη
την κερδόσκοπη βουλή,
την πνοή σας περιμένει
να πετάξει σαν πουλί.
73 Σας φωνάζουνε βεβήλους
για σκοπιά που ΄χει καεί-
αλλ΄αυτοί ρίχνουν στους σκύλους
άγια κι όσια για φαϊ.
74 Κι οι «σκοπιές» που εκείνοι χτίζουν
βεβηλώνουν συνεχώς
με το πλούσιο που σκορπίζουν
μαύρο κι άδικο ένα φως.
75 Κι αυτοί σήμερα φωνάζουν
για βεβήλωση ιερών,
που ανεμόμυλοι φαντάζουν
να ΄ναι όλων των καιρών.
76 Κι ο πρωθυπουργός λυσσάει
απ την Εσπερία μακριά
και παλιά λόγια μασάει
και τη μέρα λέει νυχτιά.
77 Και η ίδια η Ευρώπη
δίνοντας λεφτά με ουρά:
«Φέουδό μου όλοι οι τόποι»
υλακτιάει με χαρά.
78 (Α! Ευρώπη! Λίγα θα ΄ναι
και για σένα τα ψωμιά-
οι ασιάτες ξεκινάνε
να σε θάψουν με κορμιά.)
79 Τρεις «μεγάλες» οικογένειες
που το χρήμα δεν ψηφούν
στου λαού πατούν τις έγνιες
πιο «ψηλά» για ν΄ανεβούν.
80 Και με οικογενειοκρατία,
και με μπράβων της τον κλοιο
της Βουλής η Αλητεία
το λαό τρομάζει πλιο.
81 Κι ως σε κάτοπτρο αντικρύζει
τη θωριά της την αισχρή,
’σάς αληταριό βαφτίζει
και φασίστες θεωρεί.
82 Και με τον κουκουλοφόρο
τα ’χουν βάλει οι νουδικοί
που του κλέβουν μες στον ντόρο
και τα τρώνε παρεκεί.
83 Αλλ΄αυτός με μια σφεντόνα
τα όσα κτήνη αψηφά
και μ’ αλύγιστο το γόνα
ν΄ανθρωπίσουν τους ζητά.
84 Και βοηθό έχει παρέκει
του λαού το αγνό λεφούσι
που αν κι ακόμα άπραγο στέκει
μα το τρέμουνε οι πλούσοι..
85 Οι χαφιέδες ενάντιά του
κοάζουνε των καναλιών,
αναμέσον με δεινά του,
φορτωμένων κουταλών.
86 Και βοούν κοντυλοφόροι
με χρυσάφι πληρωτοί
τάχα οι κουκουλοφόροι
για τη χώρα ειναι ντροπή.
87 Και συφέρο αυτοί που έχουν
να ΄χει ο λαός ζυγό,
στα «παράθυρα» όλο τρέχουν
κι άλλα λεν απ΄ό,τι εγώ.
88 Και ιμάτια ξεσκιούνε
για κουκούλες σαν ακούν,
ενώ ευρώ χίλια τσιμπούνε
κάθε λέξη που θα πουν.
89 Και αλήτη τον βαφτίζουν
και τον λεν φασισταριό
το νεαρόν όπου λογχίζει
της δουλείας το θεριό.
90 Και καλά γραββατωμένοι
και τα μάλα κορδωτοί
σκνίπα γίνονται-οι καϋμένοι!-
με ανοησίας πιοτί.
91 Μα τους προσπερνάς σύ όλους
και τα τέτια τ΄αγνοείς-
συ μακριά είσαι από δόλους
και διαθέσεις χαμερπείς,
92 Τους σκυμμένους ξεντροπιάζεις,
τους δοτούς ταρακουνάς
τους φασίστες ξεμπροστιάζεις
και τους δείχνεις και σε μας.
93 Κι αιστανόμαστε ευφροσύνη
σα σε βλέπουμε μπροστά
και ας ειν’ στάχτη να γίνει
ό,τι ο φαύλος σου χρωστά.
94 Για όσους ζουν αναγκεμένοι
στων μεγάλων την κλεψιά,
και στης ζήσης είναι ξένοι
τη γλυκάδα την αψιά,
95 για όσους είν΄ πληγές γεμάτοι
στην καρδιά και στην ψυχή
και γι αυτούς να τους δει μάτι
δεν υπάρχει,ούτε ευχή,
96 για κεινούς που ούτε να δούνε
μέρα ελπίζουνε καλή
και συμπόνιας δεν τρυγούνε
ψεύτικο έστω ένα φιλί,
97 για όσους αίμα τους κι ιδρώτας
των πλουσίων είναι σοδειά
και παρά δε ζουν μετρώντας
μα όλο αναπαραδιά,
98 για κεινούς που να δουλέψουν
θέλουν,κι άνεργοι όλο ζουν,
και που μόνο αν θα κλέψουν
την ημέρα τους περνούν,
99 είναι οι κουκουλοφόροι
φίλοι πρώτοι κι αδερφοί
και σαν του ματιού έχουν κόρη
την αγνή τους τη μορφή.
100 Γι αυτούς οι κουκουλοφόροι
δίκοπο είναι κοφτερό
κι είναι σάρισα και δόρυ
και πιοτό φαρμακερό,
101 όπου σφάζει και τρυπάει
και δλητήριο κερνά
και ο πλούσιος μαρτυράει
κι αίμα ό,τι έφαγε ξερνά.
102 Κι από κείνους καρτεράνε
οι φτωχοί το γδικιωμό
και των τόσων προσδοκάνε
των βασάνων τους σωσμό.
103 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι
μα όπου είστε είναι εσείς.
104 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η Πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
-----
情趣用品,情趣,A片,AIO,AV,AV女優,A漫,免費A片,AIO交友愛情館,愛情公寓,情色,情色貼圖,色情小說,情色小說,情色文學,色情,寄情築園小遊戲,色情遊戲,嘟嘟情人色網,一葉情貼圖片區,情色論壇,色情影片,微風成人,嘟嘟成人網,成人,18成人,成人影城,成人圖片區,成人圖片,成人貼圖,UT聊天室,聊天室,豆豆聊天室,哈啦聊天室,尋夢園聊天室,聊天室尋夢園,視訊聊天室,視訊聊天
麻將,台灣彩卷,六合彩開獎號碼,運動彩卷,六合彩,線上遊戲,矽谷麻將,明星3缺一,橘子町,麻將大悶鍋,台客麻將,公博,game,淘,中華職棒,麗的線上小遊戲,國士無雙麻將,麻將館,賭博遊戲,威力彩,威力彩開獎號碼,龍龍運動網,史萊姆,史萊姆好玩遊戲,史萊姆第一個家,史萊姆好玩遊戲區,樂透彩開獎號碼,遊戲天堂,好玩遊戲,遊戲基地,無料遊戲王,好玩遊戲區,麻將遊戲,好玩遊戲區,小遊戲,遊戲區,電玩快打,cs online
Post a Comment