Το Ριφιφί

στον πατέρα μου

Για το Μίλτο Ανατασιάδη τα Χριστούγεννα του 2011 ήταν τα
χειρότερα της ζωής του. Ούτως ή άλλως δεν του άρεσαν ποτέ όλες αυτές οι
συνεχόμενες μέρες αργίας που υπερτόνιζαν τη μοναξιά του. Συνήθως τις
περνούσε μόνος του, κλεισμένος μέσα και περιμένοντας υπομονετικά να τελειώσουν
για να επιστρέψει στη ρουτίνα του. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, και λόγω της
επανασύνδεσης του με την Ζωζώ, οι γιορτινές συνήθειές του φάνηκε να αλλάζουν,
αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Μετά από τις συγκλονιστικές αλλαγές στην
καθημερινότητα, ο Μίλτος, δεν είχε πια μυαλό για έρωτες, κι ας ήταν αυτός
ο συγκεκριμένος ο μεγαλύτερος της ζωή του. Με το τέλος των μίζερων εορτασμών
για την πάροδο του 2011, η Ζωζώ, άρχισε να παρατηρεί στο πρόσωπό του την σκιά
μιας χρόνειας μελαγχολίας κι ένα κλείσιμο στον εαυτό του που δεν ήξερε
πώς να το ερμηνεύσει. Έπεσαν μάλιστα στην αντίληψή της μυστικές έξοδοι και
περίεργα τηλεφωνήματα για τα οποία δεν ήξερε τι να υποθέσει. Πέρα από
τις όποιες υποψίες τής Ζωζώς, η αλήθεια είναι, πως τα Χριστούγεννα του
2011 ο Μίλτος συνειδητοποιούσε πια ξεκάθαρα την οργή του για την νέα Ελληνική
πραγματικότητα Εκείνη την περίοδο, αντιμετωπίζοντας ήδη σοβαρό
πρόβλημα επιβίωσης λόγω πενιχρών εισοδημάτων, η παρέα Αναστασιάδη - Δαλακούρα,
βρέθηκε αντιμέτωπη και με τις επιπλέον οικονομικές
απαιτήσεις του Ελληνικού δημοσίου. Σαν κουρδιστό παιδικό παιχνίδι,
φτιαγμένο για να κάνει μια και μοναδική δουλειά, αυτό το τελευταίο, άρχισε
να ταχυδρομεί μανιωδώς λογαριασμούς, εκκαθαρίσεις, έκτακτες εισφορές,
φόρους ακινήτων, ειδικά τέλη, τέλη κυκλοφορίας και χαράτσια με περίεργα
ονόματα. Ήταν προφανές πως οι αρμόδιοι, επιστρατεύοντας δημιουργικό
δαιμόνιο, φαντασία και όση εφευρετικότητα διέθεταν, είχαν επιδοθεί σε μια κούρσα
επινόησης πρωτότυπων ονομασιών για να περιγράψουν και να θεσμοθετήσουν
τις οικονομικές απαιτήσεις που ταχυδρομούσαν στα νοικοκυριά. Σε γενικές
γραμμές, οι πομπώδεις ονομασίες, διατύπωναν ένα και μοναδικό αίτημα:
"στείλτε λεφτά". Συνταξιούχοι, εργαζόμενοι αλλά και
άνεργοι άνοιγαν φακέλους με οικονομικές απαιτήσεις των οποίων το
άθροισμα ξεπερνούσε κατά πολύ τα μηνιαία
τους έσοδα. Οι γέροι της παρέας του Μίλτου κοιτούσαν ο ένας
τον άλλον εκνευρισμένοι. Έφερναν τα τρία δάχτυλα στο ύψος του μετώπου και
τα στριφογύριζαν εννοώντας "τους έχει στρίψει εκεί πάνω". Μετά
την πρώτη έκπληξη ήταν πλέον σαφές και ξεκάθαρο πως κανείς από τους
"εκεί πάνω" δεν είχε σχέση με την πραγματική ζωή και τον οικογενειακό
προγραμματισμό του μέσου Έλληνα, αφού ξαπόστειλαν τους υπέρογκους φόρους στα
νοικοκυριά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Εκτός από την έκτακτη
εισφορά, η Κερασία Δαλακούρα, έλαβε και το φόρο ακινήτου περιουσίας για το
ερείπιο του άντρα της και τους τρέχοντες λογαριασμούς. Μετά το αρχικό
ξάφνιασμα για το ύψος του ποσού, συνειδητοποίησε πως αν αποφάσιζε να το
πληρώσει έπρεπε να κόψει το φαγητό για δύο μήνες. Το ίδιο και ο Μίλτος με
τη Ζώζώ. Ταυτοχρόνως τα δελτία ειδήσεων είχε μετατραπεί σε Δελτία
Κρίσης. Τρομοκρατημένοι Έλληνες, στημένοι στις οθόνες, άκουγαν πανικόβλητοι
τους εκφωνητές/πολυβόλα να τους γάζωναν με δυσοίωνες προτάσεις για
τη σύνταξη των οποίων απαιτούνταν ειδικές και απολύτως
συγκεκριμένες λέξεις όπως: περικοπή, μείωση μισθού, έλλειψη, εισφορά, φόρος,
έλλειμμα, χρέος, χρεοκοπία, αυτοκτονία, λουκέτο, μέτρα, απόλυση, ανεργία,
αύξηση τέλους, ακρίβεια. Τα παροιμιώδη και ιστορικά αυτά δελτία ειδήσεων, ο
Μίλτος, φρόντιζε να τα γράφει και να τα αρχειοθετεί ταξινομημένα ανά
ημερομηνίες σε ένα λεπτομερές αρχείο για το περιεχόμενο του οποίου πίστευε, πως
σε κάποιο μακρινό μέλλον, θα άξιζε να χυθεί μελάνι. Το Μίλτο όμως δεν τον
απασχολούσαν τα χρήματα που έχανε, ούτε η κρατική τρομοκρατία (αυτήν την
τελευταία την είχε χεσμένη), ούτε οι καθυστερήσεις στην πληρωμή των λογαριασμών
του, ούτε οι ελλείψεις σε τρόφιμα και είδη ρουχισμού που άρχισαν να απασχολούν
το σπιτικό του. Το Μίλτο τον απασχολούσε η ψυχή των ανθρώπων που στηνόταν
στις ουρές για το συσσίτιο. Αυτών που έστρωναν τα στρωσίδια τους στις στοές της
πόλης για να βγάλουν την νύχτα, που σκάλιζαν τους κάδους για να βρουν τροφή,
που άφηναν πεινασμένα βρέφη σε σκαλοπάτια, που έστρεφαν την κάνη ενός
περιστρόφου στον κρόταφο από απελπισία. Αυτή η νικημένη και ταπεινωμένη, η
χωρίς πίστη κι ελπίδα ψυχή τον απασχολούσε. Όχι, δεν ήταν
καθόλου πονόψυχος! Καθόλου δεν τους λυπόταν. Αντιθέτως θύμωνε. Για την ακρίβεια
ο Μίλτος ήταν έξω φρενών με όλους και με όλα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως
αυτός ο λαός θα δεχόταν κυβέρνηση χωρίς εκλογές μετά τα χουνέρια του
παρελθόντος, πως θα υπέμενε τα πάνδεινα χωρίς αντίδραση, πως θα ξανατάιζε το
Γερμανικό θηρίο με κουφάρια αδιαμαρτύρητα και πως δεν θα κατάφερνε
να δικάσει κανέναν από τους υπεύθυνους για την καταστροφή. Δεν το χώνευε με
τίποτα πως η δική του γενιά - οι καλύτεροι άντρες και γυναίκες της
σύγχρονης Ελλάδας (αυτό ο Μίλτος το πίστευε βαθιά) – θα βρισκόταν σε τέτοια
κατάσταση τώρα στα γεράματα. Γιατί δεν ήταν παίξε γέλασε οι ζωές μας,
σκεφτόταν. Οι δικοί μου και οι πατεράδες τους ήταν υπερασπιστές, αντάρτες,
γεννήτορες, ιδρυτές, παραγωγοί από τα γεννοφάσκια τους κι όχι μαμόθρεφτα
του Χρηματιστηρίου. Είχαν φτύσει αίμα στα βουνά και στα ξερονήσια.
Είχαν ξεροσταλιάσει στις ξενιτιές, νηστικοί και ξυπόλυτοι για να
ξαναχτίσουν την ισοπεδωμένη χώρα. Την είχαν σηκώσει στους ώμους τους βάζοντας
το κεφάλι κάτω, σηκώνοντας τα μανίκια και δουλεύοντας σκυλίσια, αδιαμαρτύρητα
μέχρι τα βαθιά γεράματα. Και την είχαν παραδώσει ατόφια στους επόμενους.
Ατόφια! Με θυσίες και με το αίμα της καρδιάς τους! Έτριζε τα δόντια από
θυμό ασυναίσθητα και μούγκριζε σαν θυμωμένος λύκος κάθε φορά που τα
σκεφτόταν αυτά ο Μιλτος. Ατόφια! Για να την οδηγήσουν στα βράχια
κάτι νωθρά, μοσχοαναθρεμένα λαμόγια. Όταν ήταν λίγο νεότερος ταυτιζόταν
με εκείνον τον στίχο του Σαββόπουλου «πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία και με
τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό. Τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία, μια
τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική». Τώρα η τσογλανοπαρέα είχε φουντάρει τη χώρα
και δεν είχε χρόνο για κριτική γιατί έτρεχε να κρυφτεί από τα γιαούρτια και τα
αυγά. Αλλά το πράγμα δεν πήγαινε άλλο. Ο Μίλτος δεν άντεχε να βλέπει τον αίμα το δικό του και του γέρου του να πηγαίνει στράφι. Έπρεπε να γίνει κάτι
μεγάλο. Κάτι που θα ταρακουνούσε τους Έλληνες, που θα τους ξυπνούσε από τη νάρκη και την αυτολύπηση. Και το είχε βρει αυτό το κάτι και ήξερε ακριβώς τι
έπρεπε να κάνει. Την ιστορία για τη δωρεά την ήξεραν από το 1949, τότε που παιδιά δεκαοχτάχρονα - αυτός κι η παρέα του - είχαν επισκεφτεί την έκθεση «Φόρος τιμής στην Ελλάδα». Είχαν θαυμάσει ένα προς ένα τα έργα - κι ας μην καταλάβαιναν και πολλά - κι είχαν ριγήσει από περηφάνια διαβάζοντας στον κατάλογο τα λόγια του Ροζέ Μιλιέξ για «το θάμα που στάθηκε τότες η εμπόλεμη Ελλάδα» και το αξέχαστο του Αντρέ Φουζερόν «νομίζετε πως ένα σχέδιό μου θα γινόταν δεκτό από την Πινακοθήκη της Αθήνας;» Όταν άκουσε πως τα ξαναβγάζουν έμεινε κατάπληκτος για μερικές μέρες. Εκείνη την περίοδο βολόδερνε στεναχωρημένος και σκεπτικός, ψάχνοντας μια διέξοδο. Και ξαφνικά ένιωσε σαν κάποιος από πάνω να του έστελνε σήμα. Κατέστρωσε λεπτομερώς το σχέδιο μετά από απανωτές επισκέψεις
στην έκθεση, πότε με το πραγματικό του πρόσωπο και πότε με μαύρα γυαλιά, ψεύτικα
μουστάκια και καπέλα. Στην συνέχεια φρόντισε να εξασφαλίσει διακριτικά τον απαιτούμενο εξοπλισμό. Για το επιχειρησιακό κομμάτι έκρινε απαραίτητη την συμμετοχή αυτού του κομψευάμενου - του αρραβωνιαστικού της ανιψιάς της Κερασίας. Φυσικά και δεν του είχε καμιά εμπιστοσύνη. Θα τον έβαζε στο κόλπο και μετά θα τον έστελνε στο χωριό του να φτιάχνει μαρμελάδες. Η δουλειά δεν ήταν καθόλου δύσκολη. Ο Μάξιμος την
έκανε να φαίνεται παιχνιδάκι, νομίζοντας πως πάνε για γερή κονόμα. Στην αρχή, ο γέρος, είχε αφήσει να εννοηθεί πως υπάρχει στημένο δίκτυο. Όταν το Στέλεχος κατάλαβε πως την είχε πατήσει, ψέλλισε κάτι για κολλητούς που θα έβγαζαν το πράμα στο εξωτερικό. Βλέποντας το αγριεμένο βλέμμα του Μίλτου όμως, πείστηκε πως η οργάνωση θα τον καταδίωκε και θα τον τιμωρούσε παραδειγματικά αν τολμούσε να αναφέρει ξανά το θέμα. Οι λεπτομέρειες
της επιχείρησης βγήκαν στις εφημερίδες τις επόμενες μέρες. Ο Μίλτος φρόντισε να συσκευάσει και να κρύψει
τα κλοπιμαία στο υπόγειο του σπιτιού του, αφαιρώντας σανίδες από το δάπεδο και
τοποθετώντας τες ξανά με προσοχή. Οι πίνακες θα ξανάβγαιναν στο φως όταν θα ερχόταν
η ώρα. Κι αν αυτή η ώρα αργούσε θα άφηνε λεπτομερείς οδηγίες στην διαθήκη του. Η προκήρυξη βρέθηκε μια εβδομάδα μετά το συμβάν, σε κάδο μπροστά στο κτήριο εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας. Το κείμενο περιέγραφε λεπτομερώς
την όλη επιχείρηση, επισημαίνοντας την ελλιπή φύλαξη των έργων ως δείγμα γενικότερης ανικανότητας, δίνοντας το ιδεολογικό στίγμα και καταλήγοντας: «Εμείς, τα μέλη
της τρομοκρατικής οργάνωσής Οι Γέροι στο
Πάρκο, είμαστε πεπεισμένοι πως οι συνθήκες, βάσει των οποίων οι Γάλλοι
καλλιτέχνες μας προσέφεραν αυτά τα τιμητικά δώρα, δεν υφίστανται πλέον στην Ελληνική
κοινωνία. Προβαίνοντας σε μια συμβολική πράξη, αφαιρούμε από τον Ελληνικό λαό
το δικαίωμα κατοχής τους μέχρι νεωτέρας».
.


