Wednesday, January 18, 2012

Ρεβίθια με λεμόνι και πορτοκάλι

Το Ριφιφί
στον πατέρα μου


Για το  Μίλτο Ανατασιάδη τα Χριστούγεννα του 2011 ήταν τα χειρότερα της ζωής του. Ούτως ή άλλως δεν του άρεσαν ποτέ όλες αυτές οι συνεχόμενες μέρες αργίας που υπερτόνιζαν τη μοναξιά του. Συνήθως τις  περνούσε μόνος του, κλεισμένος μέσα και περιμένοντας υπομονετικά να τελειώσουν για να επιστρέψει στη ρουτίνα του. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, και λόγω της επανασύνδεσης του με την Ζωζώ, οι γιορτινές συνήθειές του φάνηκε να αλλάζουν, αλλά αυτό δεν  κράτησε πολύ. Μετά από τις συγκλονιστικές αλλαγές στην καθημερινότητα,  ο Μίλτος, δεν είχε πια μυαλό για έρωτες, κι ας ήταν αυτός ο συγκεκριμένος ο μεγαλύτερος της ζωή του. Με το τέλος των μίζερων εορτασμών για την πάροδο του 2011, η Ζωζώ, άρχισε να παρατηρεί στο πρόσωπό του την σκιά  μιας χρόνειας μελαγχολίας κι ένα κλείσιμο στον εαυτό του που δεν ήξερε πώς να το ερμηνεύσει. Έπεσαν μάλιστα στην αντίληψή της μυστικές έξοδοι και περίεργα τηλεφωνήματα για τα οποία δεν ήξερε τι να υποθέσει. Πέρα από τις όποιες υποψίες τής Ζωζώς, η αλήθεια είναι, πως τα  Χριστούγεννα του 2011 ο Μίλτος συνειδητοποιούσε πια ξεκάθαρα την οργή του για την νέα Ελληνική πραγματικότητα  Εκείνη την περίοδο, αντιμετωπίζοντας ήδη σοβαρό  πρόβλημα επιβίωσης λόγω πενιχρών εισοδημάτων, η παρέα Αναστασιάδη - Δαλακούρα,  βρέθηκε  αντιμέτωπη και με τις επιπλέον οικονομικές απαιτήσεις του Ελληνικού δημοσίου. Σαν κουρδιστό παιδικό παιχνίδι, φτιαγμένο για να κάνει μια και μοναδική δουλειά, αυτό το τελευταίο, άρχισε να ταχυδρομεί μανιωδώς λογαριασμούς, εκκαθαρίσεις, έκτακτες εισφορές, φόρους ακινήτων, ειδικά τέλη, τέλη κυκλοφορίας και χαράτσια με περίεργα ονόματα. Ήταν προφανές πως οι αρμόδιοι, επιστρατεύοντας  δημιουργικό δαιμόνιο, φαντασία και όση εφευρετικότητα διέθεταν, είχαν επιδοθεί σε μια κούρσα επινόησης πρωτότυπων ονομασιών για να περιγράψουν και να θεσμοθετήσουν  τις οικονομικές απαιτήσεις που ταχυδρομούσαν στα νοικοκυριά. Σε γενικές γραμμές, οι πομπώδεις ονομασίες, διατύπωναν ένα και μοναδικό αίτημα: "στείλτε λεφτά".  Συνταξιούχοι, εργαζόμενοι αλλά και άνεργοι άνοιγαν φακέλους με οικονομικές απαιτήσεις των οποίων το άθροισμα ξεπερνούσε κατά πολύ τα μηνιαία τους έσοδα. Οι γέροι της παρέας του Μίλτου κοιτούσαν ο ένας τον άλλον εκνευρισμένοι. Έφερναν  τα τρία δάχτυλα στο ύψος του μετώπου και τα στριφογύριζαν εννοώντας "τους έχει στρίψει εκεί πάνω". Μετά την πρώτη έκπληξη ήταν πλέον σαφές και ξεκάθαρο πως κανείς από τους "εκεί πάνω" δεν είχε σχέση με την πραγματική ζωή και τον οικογενειακό προγραμματισμό του μέσου Έλληνα, αφού ξαπόστειλαν τους υπέρογκους φόρους στα νοικοκυριά τις παραμονές των Χριστουγέννων.  Εκτός από την έκτακτη εισφορά, η Κερασία Δαλακούρα, έλαβε και το φόρο ακινήτου περιουσίας για το ερείπιο του άντρα της  και τους τρέχοντες λογαριασμούς. Μετά το αρχικό ξάφνιασμα για το ύψος του ποσού, συνειδητοποίησε πως αν αποφάσιζε να  το πληρώσει έπρεπε  να κόψει το φαγητό για δύο μήνες. Το ίδιο και ο Μίλτος με τη Ζώζώ. Ταυτοχρόνως τα δελτία ειδήσεων είχε μετατραπεί σε Δελτία Κρίσης.  Τρομοκρατημένοι Έλληνες, στημένοι στις οθόνες, άκουγαν πανικόβλητοι τους εκφωνητές/πολυβόλα να τους γάζωναν  με δυσοίωνες προτάσεις για τη  σύνταξη των οποίων  απαιτούνταν ειδικές και απολύτως συγκεκριμένες λέξεις όπως: περικοπή, μείωση μισθού, έλλειψη, εισφορά, φόρος, έλλειμμα, χρέος, χρεοκοπία, αυτοκτονία, λουκέτο, μέτρα, απόλυση, ανεργία, αύξηση τέλους, ακρίβεια. Τα παροιμιώδη και ιστορικά αυτά δελτία ειδήσεων, ο Μίλτος, φρόντιζε να τα γράφει και να τα αρχειοθετεί  ταξινομημένα ανά ημερομηνίες σε ένα λεπτομερές αρχείο για το περιεχόμενο του οποίου πίστευε, πως σε κάποιο μακρινό μέλλον, θα άξιζε να χυθεί μελάνι. Το Μίλτο όμως δεν τον απασχολούσαν τα χρήματα που έχανε, ούτε η κρατική τρομοκρατία (αυτήν την τελευταία την είχε χεσμένη), ούτε οι καθυστερήσεις στην πληρωμή των λογαριασμών του, ούτε οι ελλείψεις σε τρόφιμα και είδη ρουχισμού που άρχισαν να απασχολούν το σπιτικό του.  Το Μίλτο τον απασχολούσε η ψυχή των ανθρώπων που στηνόταν στις ουρές για το συσσίτιο. Αυτών που έστρωναν τα στρωσίδια τους στις στοές της πόλης για να βγάλουν την νύχτα, που σκάλιζαν τους κάδους για να βρουν τροφή, που άφηναν πεινασμένα βρέφη σε σκαλοπάτια, που έστρεφαν την κάνη ενός περιστρόφου στον κρόταφο από απελπισία. Αυτή η νικημένη και ταπεινωμένη, η χωρίς πίστη κι ελπίδα ψυχή τον απασχολούσε.   Όχι,  δεν ήταν καθόλου πονόψυχος! Καθόλου δεν τους λυπόταν. Αντιθέτως θύμωνε. Για την ακρίβεια ο Μίλτος ήταν έξω φρενών με όλους και με όλα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως αυτός ο λαός θα δεχόταν κυβέρνηση χωρίς εκλογές μετά τα χουνέρια του παρελθόντος, πως θα υπέμενε τα πάνδεινα χωρίς αντίδραση, πως θα ξανατάιζε το Γερμανικό θηρίο με κουφάρια  αδιαμαρτύρητα και  πως δεν θα κατάφερνε να δικάσει κανέναν από τους υπεύθυνους για την καταστροφή. Δεν το χώνευε με τίποτα πως η δική του γενιά - οι καλύτεροι άντρες και γυναίκες  της σύγχρονης Ελλάδας (αυτό ο Μίλτος το πίστευε βαθιά) – θα βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση τώρα στα γεράματα. Γιατί δεν ήταν παίξε γέλασε οι ζωές μας, σκεφτόταν. Οι δικοί μου και οι πατεράδες τους ήταν υπερασπιστές, αντάρτες, γεννήτορες, ιδρυτές, παραγωγοί από τα γεννοφάσκια τους  κι όχι μαμόθρεφτα του  Χρηματιστηρίου. Είχαν φτύσει αίμα στα βουνά και στα ξερονήσια.  Είχαν ξεροσταλιάσει στις ξενιτιές,  νηστικοί και ξυπόλυτοι για να ξαναχτίσουν την ισοπεδωμένη χώρα. Την είχαν σηκώσει στους ώμους τους βάζοντας το κεφάλι κάτω, σηκώνοντας τα μανίκια και δουλεύοντας σκυλίσια, αδιαμαρτύρητα μέχρι τα βαθιά γεράματα. Και την είχαν παραδώσει ατόφια στους επόμενους. Ατόφια! Με θυσίες και με το αίμα της καρδιάς τους!  Έτριζε τα δόντια από θυμό ασυναίσθητα και μούγκριζε σαν θυμωμένος λύκος κάθε φορά που τα σκεφτόταν αυτά ο Μιλτος.  Ατόφια! Για να την οδηγήσουν στα βράχια  κάτι νωθρά, μοσχοαναθρεμένα λαμόγια.  Όταν ήταν λίγο νεότερος ταυτιζόταν με εκείνον τον στίχο του Σαββόπουλου «πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία και με τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό. Τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία, μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική». Τώρα η τσογλανοπαρέα είχε φουντάρει τη χώρα και δεν είχε χρόνο για κριτική γιατί έτρεχε να κρυφτεί από τα γιαούρτια και τα αυγά. Αλλά το πράγμα δεν πήγαινε άλλο. Ο Μίλτος δεν άντεχε να βλέπει τον αίμα το δικό του και του γέρου του να πηγαίνει στράφι. Έπρεπε να γίνει κάτι μεγάλο. Κάτι που θα ταρακουνούσε τους Έλληνες, που θα τους ξυπνούσε από τη νάρκη και την αυτολύπηση. Και το είχε βρει αυτό το κάτι και ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Την ιστορία για τη δωρεά την ήξεραν από το 1949, τότε που παιδιά δεκαοχτάχρονα - αυτός κι η παρέα του - είχαν επισκεφτεί την έκθεση «Φόρος τιμής στην Ελλάδα». Είχαν θαυμάσει ένα προς ένα τα έργα - κι ας μην καταλάβαιναν και πολλά - κι είχαν ριγήσει από περηφάνια διαβάζοντας στον κατάλογο τα λόγια του Ροζέ Μιλιέξ για «το θάμα που στάθηκε τότες η εμπόλεμη Ελλάδα»  και το αξέχαστο του Αντρέ Φουζερόν «νομίζετε πως ένα σχέδιό μου θα γινόταν δεκτό από την Πινακοθήκη της Αθήνας;»  Όταν άκουσε πως τα ξαναβγάζουν έμεινε κατάπληκτος για μερικές μέρες. Εκείνη την περίοδο βολόδερνε στεναχωρημένος και σκεπτικός, ψάχνοντας μια διέξοδο. Και ξαφνικά ένιωσε σαν κάποιος από πάνω να του έστελνε σήμα. Κατέστρωσε λεπτομερώς το σχέδιο μετά από απανωτές επισκέψεις στην έκθεση, πότε με το πραγματικό του πρόσωπο και πότε με μαύρα γυαλιά, ψεύτικα μουστάκια και καπέλα. Στην συνέχεια φρόντισε να εξασφαλίσει διακριτικά τον απαιτούμενο εξοπλισμό. Για το επιχειρησιακό κομμάτι  έκρινε απαραίτητη την συμμετοχή αυτού του κομψευάμενου - του αρραβωνιαστικού της ανιψιάς της Κερασίας. Φυσικά και δεν του είχε καμιά εμπιστοσύνη. Θα τον έβαζε στο κόλπο και μετά θα τον  έστελνε στο χωριό του να φτιάχνει μαρμελάδες. Η δουλειά δεν ήταν καθόλου δύσκολη. Ο Μάξιμος την έκανε να φαίνεται παιχνιδάκι, νομίζοντας πως πάνε για γερή κονόμα. Στην αρχή, ο γέρος, είχε αφήσει να εννοηθεί πως υπάρχει στημένο δίκτυο. Όταν το Στέλεχος κατάλαβε πως την είχε πατήσει, ψέλλισε κάτι για κολλητούς που θα  έβγαζαν το πράμα στο εξωτερικό. Βλέποντας το αγριεμένο  βλέμμα του Μίλτου όμως, πείστηκε πως η οργάνωση θα τον καταδίωκε και θα τον τιμωρούσε παραδειγματικά αν τολμούσε να αναφέρει ξανά το θέμα.  Οι λεπτομέρειες της επιχείρησης βγήκαν στις εφημερίδες τις επόμενες μέρες. Ο Μίλτος φρόντισε να συσκευάσει και να κρύψει τα κλοπιμαία στο υπόγειο του σπιτιού του, αφαιρώντας σανίδες από το δάπεδο και τοποθετώντας τες ξανά με προσοχή. Οι πίνακες θα ξανάβγαιναν στο φως όταν θα ερχόταν η ώρα. Κι αν αυτή η ώρα αργούσε  θα άφηνε λεπτομερείς οδηγίες στην διαθήκη του. Η προκήρυξη βρέθηκε μια εβδομάδα μετά το συμβάν, σε κάδο μπροστά στο κτήριο εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας. Το κείμενο περιέγραφε λεπτομερώς την όλη επιχείρηση, επισημαίνοντας την  ελλιπή φύλαξη των έργων ως δείγμα γενικότερης ανικανότητας, δίνοντας το ιδεολογικό στίγμα και καταλήγοντας: «Εμείς, τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσής Οι Γέροι στο Πάρκο, είμαστε πεπεισμένοι πως οι συνθήκες, βάσει των οποίων οι Γάλλοι καλλιτέχνες μας προσέφεραν αυτά  τα τιμητικά δώρα, δεν υφίστανται πλέον στην Ελληνική κοινωνία. Προβαίνοντας σε μια συμβολική πράξη, αφαιρούμε από τον Ελληνικό λαό το δικαίωμα κατοχής τους μέχρι νεωτέρας».

.

Monday, July 11, 2011

Γαριδομακαρονάδα


(Έγκλημα στο Κολωνάκι)
Στο καλό, όλα τα στραβά σ’ εμένα, σκέφτηκε και ίσιωσε το λαστιχάκι του στρίνγκ της βλέποντάς τον να πλησιάζει. Είχε προλάβει βλέπεις να τον σκυλοβρίσει μέσα στην βιασύνη της για το  ραντεβού στο κανάλι. Ούτε που της περνούσε από το μυαλό την ώρα που πάλευε με το τιμόνι του τζιπ στο Κολωνακιώτικο στενάκι ότι ο μαλάκας που της έκλεινε τον δρόμο θα αποδεικνυόταν λαχείο. Η Σάσα κι η Γωγώ κόβουν φλέβες για ένα ντίνερ με κάτι τέτοιους κι εσύ βλαμμένη του κατέβασες όλα τα μπινελίκια που ξέρεις και δεν έχεις περάσει και ρίζες και το μπότοξ φούσκωσε παραπάνω στην δεξιά πλευρά και οι τρέσες είναι υπό κατασκευή κι ο τύπος δεν παίζεται. Ο «τύπος» πλησίαζε βιαστικά προς το μέρος της φορώντας το γνωστό γκρι κοστούμι με τα μανικετόκουμπα και το λευκό πουκάμισο – για να τονιστεί το σολάριουμ - μιλώντας με μπλου τουθ για ένα προτζεκτ που έπρεπε να προχωρήσει επειγόντως, για έναν υπουργό που ήταν πίστ οφ και θα τα γαμούσε όλα και για ένα τιμ που, σε τελική ανάλυση, έπρεπε να κόψει τον κώλο των φάκινγκ ίντιοτς και να τους πάρει τα σώβρακα να τελειώνουμε. Ακούμπησε τον δεξί του αγκώνα στο παράθυρό της κι η Λάουρα πρόλαβε και είδε ένα ρόλεξ σαν κοτρόνα στον καρπό του. Στο μυαλό της άστραψε μια φωτεινή επιγραφή με το όνομα και την τιμή του συγκεκριμένου μοντέλου, ότι πιο καινούργιο και “φορέσιμο” υπήρχε στην αγορά. Άει στα διάλα, σ΄εμένα όλα, σκέφτηκε γυρνώντας προς το μέρος του με το καλό της χαμόγελο (τουλάχιστον η λεύκανση ήταν φρέσκια και το στήθος είχε κοστίσει έξι χιλιάδες ευρώ πέρσι, λίγη αυτοπεποίθηση δεν βλάπτει!). Μην νευριάζεις κοπελιά, το τράφικ είναι μέσα στο πρόγραμμα, της είπε κλείνοντας το κινητό του, μήπως να το πάρω εγώ για να προλάβω και το μίτινγκ; Η Λάουρα Μπούκουρα κατέβηκε πρόθυμα από την θέση του οδηγού και το Κελεπούρι κατάφερε με επιδέξιες κινήσεις να περάσει σύρριζα το τζιπ της δίπλα από το δικό του και να το στρίψει με κατεύθυνση προς την πλατεία. Με σώσατε, του είπε, λίγο πριν αρχίσει να σωριάζεται αναγκάζοντάς τον να την πιάσει για να μην χτυπήσει στο κράσπεδο – αλά Γιάννα, η Ζωζώ κι η Σάσα θα πάθαιναν εγκεφαλικό από τη ζήλεια. Κατά συνέπεια, ο κεραυνοβολημένος Εξέκιουτιβ, στεκόταν επί τρία λεπτά στη μέση του δρόμου αγκαλιά με μια στάρλετ που είχε πέσει ξερή, ένα κινητό που χτυπούσε ασταμάτητα και όλους τους πρώην γιάπις και νυν γκόλντεν μπόις τζιπάδες του Κολωνακίου που είχαν μαζευτεί στον κλεισμένο δρόμο κορνάροντας και παλεύοντας να φτάσουν με τα τανκς στις δουλειές τους. Όταν η Λάουρα μπόρεσε να «σταθεί στα πόδια της», ο Μάξιμος Καλυτερίδης, ο Τζένανεραλ Μάνατζερ της Φούμικο Γκρίς αυτοπροσώπως, ανέλαβε να μαζέψει τα δυο αυτοκίνητα ώστε να φύγουν τα τζιπ που συνωστίζονταν στους γύρω δρόμους και να συνεχιστούν τα πρότζεκτ και τα μίτινγκ που είχαν διακοπεί εξαιτίας της παλιάς συνήθειας της Λάουρας Μπούκουρα να επιδίδεται μανιωδώς στην θέαση μεσημεριανών εκπομπών. Όχι καλέ στο νοσοκομείο, δεν είμαι δα και του θανατά, λίγο νερό για να συνέλθω, η δίαιτα βλέπετε, του είπε όταν επιτέλους «συνήλθε» βάζοντας μπροστά το μοιραίο πρότζεκτ που θα έκανε την Σάσα και την Γωγώ να αλλάζουν χρώματα. Το πρότζεκτ του Μάξιμου Καλυτερίδη από την άλλη είχε πάει άπατο για την ώρα, προς μεγάλη στεναχώρια διαφόρων γραβατωμένων με μανικετόκουμπα και σολάριουμ που τηλεφωνούσαν μανιωδώς. Γουάτ α φακ, μονολόγησε το Στέλεχος ρίχνοντας μια πεταχτή ματιά στα πανάκριβα βυζιά της Λάουρας και αποφασίζοντας να αναβάλει το κόψιμο κώλων για την επόμενη...
H δολοφονία της γαριδομακαρονάδας έλαβε χώρα το ίδιο βράδυ στο διαμέρισμα του Μάξιμου. Για την περίσταση είχε αγοράσει αρωματικά κεριά και είχε βάλει σε λειτουργία όλα τα «γκάτζετ φενγκ σούι» που είχε εγκαταστημένα στο μπαλκόνι του – κελαϊδίσματα πουλιών, κελαρύσματα νερών, ήχους τριζονιών, κιούπια που απελευθερώνουν υδρατμούς με άρωμα λεβάντας. Επίσης φρόντισε για ένα έξτρα πότισμα στις γλάστρες με τα δέντρα και για ένα φρεσκάρισμα του χλοοτάπητα. Γενικώς από φενγκ σούι έσκισε, έχοντας προνοήσει σε κάποιο ταξίδι του να προμηθευτεί υπερσύγχρονο εξοπλισμό από «τρέντι» γαλλικό κατάστημα ειδών κήπου και μπαλκονιού που έκανε θραύση τον τελευταίο καιρό στο Κολωνάκι. Το δράμα άρχισε όταν αποφάσισε να διαβεί το κατώφλι της κουζίνας του. Η  παραβατική ιδιοσυγκρασία του Χρυσού Αγοριού  τον οδήγησε σε απανωτές ακατανόητες επιλογές όπως αποξηραμένα κρεμμύδια, σκόρδα σε σκόνη, μείγμα μυρωδικών σε σκόνη, κονσέρβα ντομάτας και κατεψυγμένες γαρίδες. Τα λοιπά είναι μια πικρή μαγειρική ιστορία που ο καθένας θα ήθελε να ξεχάσει.
Από τη άλλη μεριά, η Λάουρα, χτυπημένη βάναυσα από την οικονομική κρίση – το Νήσι δεν ήταν το είδος παραγωγής που ταίριαζε στο καλλιτεχνικό προφίλ της και στα πάνελ δεν είχε καταφέρει να βρει δουλειά - είχε αναγκαστεί, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του κρίσιμου ραντεβού, να επισκεφθεί την γιαγιά της, την Κερασία Δαλακούρα, για να σκαλίσει την περιβόητη ντουλάπα. Η Γωγώ κι η Σάσα είχαν επιμείνει να φορέσει ένα απλό Ντόνα Καράν – για να είσαι αριστοκρατική και όχι ξέκωλο, διευκρίνισε η Σάσα – που της ήρθε γάντι  της Λάουρας και που ένας Θεός ξέρει τι ακριβώς σκόπευε να το κάνει η Κερασία όταν το αγόραζε. Χτύπησε την πόρτα του Μάξιμου κατά τις εννιά κι αυτός την υποδέχτηκε παρφουμαρισμένος με το τραπέζι στρωμένο σε ένα μπαλκόνι με διακριτικό φωτισμό, πουλιά, τριζόνια, νερά, δέντρα και γρασίδι. Ένας παράδεισος στην καρδιά της πόλης, συνήθιζε να λέει το Στέλεχος. Το δείπνο πήγε καλά. Οι μαγειρικές αστοχίες του οικοδεσπότη πέρασαν απαρατήρητες από την καλεσμένη του και η σχέση άρχισε να συσφίγγεται τις επόμενες εβδομάδες. Όμως δεν ήταν γραφτό του Μάξιμου και της Λάουρας να μοιραστούν τον λάιφ στάιλ παράδεισο πού είχαν ονειρευτεί στα ένδοξα χρόνια της εφηβείας τους – τότε που κοιτούσαν ονειροπόλα τα ταβάνια των υπνοδωματίων τους αγκαλιά με τις συνταγές επιτυχίας του περιοδικού Κλικ. Τα χαρτζιλίκια της Κερασίας είχαν στερέψει για την Λάουρα εδώ και καιρό. Το τζιπ που είχε αγοράσει με την αμοιβή για έναν ρόλο σε σήριαλ – ήταν ο ρόλος της ζωής της, έπαιζε μια ηρωίδα που μιλούσε με λι και νι και είχε κάνει πάταγο – ήθελε μια δεξαμενή βενζίνη για να κινηθεί, ένα συρτάρι λεφτά για  τέλη κυκλοφορίας και  σέρβις και δεν πουλιόταν με τίποτα. Άσε που στο ρετιρέ της στη Σουηδίας είχε αφήσει απλήρωτα ήδη τρία νοίκια και για τις δημόσιες σχέσεις της – εκτός που αναγκαζόταν να ταπεινώνεται φορώντας δυο και τρεις φορές το ίδιο ρούχο - έπρεπε να χρησιμοποιεί τη συγκοινωνία για να πηγαίνει στα κλαμπ και να επιστρέφει στις πέντε το πρωί με το πρώτο αν έχανε το τελευταίο βραδινό. Αλλά το τελειωτικό χτύπημα ήταν η απόλυση του Μάξιμου. Η εταιρεία του κήρυξε πτώχευση εν μία νυκτί, για να γλιτώσει τις αποζημιώσεις και το Στέλεχος, χωρίς να χάσει χρόνο, ρίχτηκε σε μια μάταιη αναζήτηση που κράτησε αρκετές εβδομάδες. Προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία το γνωστό δίκτυο που καθάριζε τόσα χρόνια. Οι κάθε λογής «Θείοι» άρχισαν ξαφνικά να μην βγαίνουν στο τηλέφωνο, παλιοί γνωστοί που τον συναντούσαν στο δρόμο πετούσαν ειρωνικές ατάκες. Οι πιτσιρικάδες στο μετρό έριχναν περιφρονητικά βλέμματα στο ακριβό κοστούμι, στο μοδάτο κινητό και τον σινιέ χαρτοφύλακα. Το τζιπ βρέθηκε καμένο στο σημείο που το είχε παρκάρει την επόμενη των γεγονότων στο Σύνταγμα και τα έτοιμα τελείωναν σιγά σιγά – δεν είχε και πολλά στην άκρη, πίστευε πως θα ήταν σε θέση να βγάζει λεφτά οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του γιατί τα λεφτά τα βγάζουν οι ικανοί και αυτός ήταν ένας από τους ικανότερους. Ο Μαξιμος Καλυτερίδης, αρκετά διορατικός και έμπειρος πλέον στα σαράντα πέντε του, συνειδητοποίησε σύντομα πως είχε να κάνει με αυτό που λέμε «τέλος εποχής» και πως αν δεν ήθελε να βρεθεί να πουλάει κινητά, ρολόγια και λαπ τοπ για να πληρώσει ενοίκιο και λογαριασμούς έπρεπε να πάρει δραστικά μέτρα. Έπεισε πολύ εύκολα τη Λάουρα, που δεν είχε καμιά άλλη επιλογή για την ώρα, έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς του με τον «παράδεισο στην καρδιά της πόλης» που τόσα χρόνια είχε φιλοξενήσει τα μεγαλεία της λαμπρής σταδιοδρομίας του και εμφανίστηκε στης Κερασίας έτοιμος για δράση. Η Λάουρα άρχισε να φορτώνει τα πράγματά της στο κλειστό μεταχειρισμένο βαν μαζί με τα πράγματα του Μάξιμου. Στη Δράμα, στο πατρικό του, θα έβλεπαν πως θα τα έβγαζαν πέρα. Θα μάζευαν ελιές, θα έκαναν βιολογικές καλλιέργειες, ένας Θεός ξέρει, δεν τα είχε καταλάβει και όλα όσα της είχε πει. Θα έφτιαχναν λέει μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, συνεταιρισμό… Πάντως οι καινούργιες τρέσες της πήγαιναν μια χαρά – αυτό το χατίρι το είχε κάνει στον εαυτό της. Φόρτωσε την τελευταία βαλίτσα, την κόκκινη την Λουί βιτόν - είχε βάλει μέσα τα τιπ τοπ και τα κλατς. Βλαστήμησε - την τελευταία στιγμή έσπασε το μεσαίο της νύχι, είχε κάνει γαλλικό το πρωί - κι ανέβηκε στο βαν. Η Κερασία είχε βγει στην εξώπορτα και τους αποχαιρετούσε. Τον Αύγουστο με τις μεγάλες ζέστες θα πήγαινε να τους δει…

Sunday, February 13, 2011

Ριζότο

(Ο Σεφ και η Ευγενία)
Βεβαίως  εξακολουθούσε να αναστατώνεται όταν  ο αφρός λεμονιού δεν έδενε σωστά πάνω στην σούπα με λάπαθο και μαριναρισμένες καραβίδες.  Οι βοηθοί του τον εκνεύριζαν σε τακτά χρονικά διαστήματα, διαπράττοντας γελοίες αστοχίες και αναγκάζοντας τον να τους εξηγεί λεπτομερώς όλα τα στάδια παρασκευής της συνταγής από την αρχή και τότε ξεσπούσε κρίση στην κουζίνα. Βεβαίως οι μάγειρες κατέβαζαν ντροπιασμένοι τα κεφάλια, ως όφειλαν, και ζητούσαν χίλια συγνώμη που είχαν απογοητεύσει τον σεφ. Την τελευταία φορά μάλιστα, ο θρασύς Άκης Μετρετζίκης, έβαλε τα κλάματα μετανιωμένος για μια ανήκουστη αυθαιρεσία που είχε διαπράξει  μετατρέποντας το θείο τσίζ κέικ με μάνγκο - που είχε κάνει τον σεφ Μάνο Αλεξόπουλο πασίγνωστο σε όλη την Αθήνα - σε μια γελοία διασκευή. Βεβαίως όλοι παραδέχονταν πως ο σεφ ήταν αυθεντία και τσακίζονταν να τον υπακούσουν, όμως το τελευταίο διάστημα τον βασάνιζε μια έλλειψη ενθουσιασμού,  μια αδιόρατη κακοκεφιά την οποία προσπαθούσε να  κρύψει όσο καλύτερα μπορούσε φροντίζοντας ακόμα περισσότερο την εμφάνισή του και τηρώντας το εθιμοτυπικό δέκα φορές πιο αυστηρά από ότι στο παρελθόν. Όμως η κατάσταση επιδεινωνόταν εξαιτίας του φιλόδοξου και αντιπαθητικού Άκη, που φύτρωνε εκεί που δεν τον έσπερναν, κοιτώντας τον με ένα βλέμμα γεμάτο λατρεία και  καταδιώκοντάς τον ανελέητα, όλημερίς. Καταρχήν του καθόταν στο στομάχι κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της  εκπομπής μαγειρικής, στην οποία συμμετείχε ως κριτής. Ο Μετρετζίκης ήταν ένας από τους  υποψήφιους  μάστερ σεφ διεκδικώντας ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και μια αξιοζήλευτη θέση τηλεμάγειρα σε κάποιο πρωινάδικο. Τα μαρτύριο του Μάνου Αλεξόπουλου συνεχιζόταν και τα βράδια μια που ο υποψήφιος τον ακολουθούσε στην κουζίνα του εστιατορίου όπου εργαζόταν. Για κακή  τύχη του σεφ, ο νεαρός, είχε προσληφθεί ως βοηθός μετά από μια υστερική κρίση της ιδιοκτήτριας που επέμενε πως το προσωπικό της κουζίνας έπρεπε να  εμπλουτιστεί με «επώνυμους μάγειρες». To βασικό πρόβλημα με τον μαθητευόμενό σεφ ήταν πως τολμούσε να σηκώνει τα μάτια του προς την Ευγενία Θανασίδου, με την οποία ο Μάνος Αλεξόπουλος ήταν βαθιά και ανομολόγητα ερωτευμένος, κρύβοντας τα συναισθήματά του όσο καλύτερα μπορούσε, καθώς η Ευγενία ήταν η σύζυγος του δημοφιλούς πολιτικού Άδωνη Γρηγοριάδη.  Η μαύρη αλήθεια είναι πως, πριν καλά καλά γνωρίσει την Ευγενία, ο σεφ, απεχθανόταν το Γρηγοριάδη παρατηρώντας τον να ωρύεται επί παντός επιστητού στα τηλεοπτικά παράθυρα και αντιμετωπίζοντάς τον με  καχυποψία εξαιτίας της άμεμπτης ηθικής και της ακατάληπτης ηθικολογίας του. Του είχε επίσης κοστίσει όταν είχε ακούσει τον κωμικό Λάκη Γαζόπουλο να χαρακτηρίζει το ζεύγος «η μαγείρισσα και ο κυνηγός μεταναστών» θεωρώντας πως η φανατική ιδιοσυγκρασία του αντίζηλου  κατατέστρεφε και αδικούσε την Ευγενία. Γνωρίζοντας τώρα πια το ζευγάρι από κοντά ήταν πεπεισμένος πως ο άνθρωπος αυτός την αποπροσανατόλιζε, ωθώντας την  σε πράγματα ευτελή και επηρεάζοντάς την ώστε να  εγκαταλείψει την μουσική της. Αυτή την ιστορία όμως προτιμούσε να μην την σκέπτεται για την ώρα. Την δεδομένη στιγμή το  πρόβλημα ήταν πως αυτός ο ηλίθιος ο Μετρετζίκης φλερτάριζε με θρασύτητα την Ευγενία κι ο Μάνος Αλεξόπουλος ήθελε να τον πνίξει μέσα στην βελουτέ σούπα πατάτας και πράσου που έφτιαχνε στο πλατό της εκπομπής κατά την διάρκεια του καθιερωμένου master class ενώπιων των λοιπών κριτών και των διαγωνιζομένων.  Σε ένα διάλειμμα του γυρίσματος, ο άθλιος παραγιός, όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί ο Μάνος κάθε φορά που τον έφερνε στην σκέψη του, είχε γύρει πάνω στην Ευγενία και την τάιζε από την σούπα του χασκογελώντας και χαριεντιζόμενος. Ο σεφ αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και πλησίασε ρίχνοντας ένα αυστηρό βλέμμα στον βοηθό, που έβαλε την ουρά στα σκέλια και εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Η Ευγενία τον κοίταξε απορημένη. Μα γιατί του φερθήκατε τόσο απότομα σεφ, του είπε ναζιάρικα και ο Μάνος ένιωσε τις πεταλούδες, που τον ταλαιπωρούσαν κάθε φορά που εκείνη του απεύθυνε τον λόγο, να πεταρίζουν στο στομάχι του και τα μάγουλά του να γίνονται κατακόκκινα. Αποφάσισε να μιλήσει παρόλα αυτά, έπρεπε επιτέλους να βρει το θάρρος να της μιλήσει. Χμφ, θέλετε να φάμε μαζί Ευγενία, εμ κάποια στιγμή, εμ να συζητήσουμε και… μα και βέβαια ήθελε, πως δεν το είχαν σκεφτεί νωρίτερα, να γνωριστούν καλύτερα, ίσως να υπάρξει και συνέχεια της συνεργασίας τους με το παιδικό μάάστεσσεφ, επομένως θα είχα πολλά να πουν,  απάντησε εκείνη χαμογελώντας με μια  απαστράπτουσα οδοντοστοιχία και   τονίζοντας την προφορά της. Ο Μάνος Αλεξόπουλος άρπαξε την ευκαιρία για να την καλέσει σε  δείπνο στο σπίτι του – με λίγους καλούς φίλους, της είπε ντροπαλά – κι όταν αυτή δέχτηκε ένιωσε τις πεταλούδες να επιστρέφουν και τα γόνατά του να λυγίζουν και μόνο με την ιδέα πως  η θεϊκή Ευγενία θα περνούσε το κατώφλι του. Ο υπεύθυνος τους ειδοποίησε να λάβουν  θέσεις για το γύρισμα και ο σεφ ρίχτηκε στην παρασκευή της επόμενης συνταγής  με μια αξιοπρόσεχτη ζωντάνια που  ανάγκασε τους  συναδέλφους του   να τον παρακολουθούν απορημένοι και να τον χειροκροτήσουν στο τέλος ενθουσιασμένοι από την απόδοσή του. Όμως, ο σεφ, έφυγε τρέχοντας από το στούντιο χωρίς καν να τους ευχαριστήσει και χωρίς να ξεβαφτεί για να προλάβει τα ψώνια του για το βράδυ.

Είχε αποφασίσει πως το μενού της βραδιάς έπρεπε να είναι λιτό και χωρίς εκκεντρικότητες. Αγόρασε καρναρόλι, φρέσκα λαχανικά και γαρίδες και ξεκίνησε την προετοιμασία λίγα λεπτά πριν από την άφιξη της καλεσμένης. Η Ευγενία χτύπησε το κουδούνι  πάνω στην ώρα και στάθηκε όρθια δίπλα του όση ώρα μαγείρευε. Είχε μόλις σοτάρει φρέσκο κρεμμύδι σε ελαιόλαδο και περνούσε το καρναρόλι από το καυτό λάδι, όταν ένιωσε τις εκνευριστικές πεταλούδες να επιστρέφουν στο στομάχι του. Προσπάθησε να τις διώξει, ανακατεύοντας σε χαμηλή φωτιά για τέσσερα λεπτά και προσθέτοντας στην συνέχεια τα μανιτάρια για να αφήσουν τα υγρά τους. Άνοιξε ένα μπουκάλι μοσχοφίλερο κι έσβησε το ριζότο με ένα γεμάτο ποτήρι. Η συζήτηση άρχισε πάνω από την κατσαρόλα, ενώ ο Μάνος ανακάτευε και συμπλήρωνε ζωμό από γαρίδες για να πετύχει το χύλωμα. Ταυτοχρόνως εξηγούσε στην Ευγενία πως η πρόθεσή του  ήταν να μπορέσει επιτέλους να της μιλήσει. Πως δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι και να μην τον παρεξηγήσει καταλογίζοντάς του πονηρές προθέσεις, απλώς ένιωθε εδώ και καιρό την ανάγκη να της εκμυστηρευτεί τις σκέψεις που τον βασάνιζαν. Γερμένος πάνω από την κατσαρόλα, διάλεγε προσεκτικά τα λόγια του κομπιάζοντας, κάνοντας παύσεις και αποφεύγοντας να την κοιτά, ενώ το φαγητό μαγειρευόταν μέσα σε τεταμένη ατμόσφαιρα, που γινόνταν ακόμα πιο βαριά εξαιτίας της αινιγματικής σιωπής της Ευγενίας. Στο τέλος της συνταγής - όταν το φαγητό ήταν έτοιμο να κατέβει από το μάτι - προστέθηκαν οι καθαρισμένες γαρίδες και  η συζήτηση - μάλλον η προσπάθεια για συζήτηση - μεταφέρθηκε στην τραπεζαρία μπροστά σε δυο μεγάλα πιάτα με μικρή ποσότητα φαγητού που συνοδεύτηκαν από δυο ποτήρια μοσχοφίλερο. Το ριζότο, μια λιτή δημιουργία του Μάνου, που τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, κατέφευγε σε πρωτογενή υλικά και απλουστευμένες διαδικασίες παρασκευής, ήταν «πεντανόστιμο» κατά την Ευγενία. Ως έμπειρη τηλεοπτική οικοδέσποινα ανέλαβε πρωτοβουλία και προσπάθησε φιλότιμα να δημιουργήσει μια πιο ανάλαφρη ατμόσφαιρα, κάνοντας ουδέτερα σχόλια και φλυαρώντας για την δουλειά και για τις εξελίξεις στον διαγωνισμό μαγειρικής. Στο μεταξύ, ο σεφ, είχε ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και είχε αποφασίσει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Την διέκοψε και της ζήτησε με πολύ σοβαρό ύφος να εγκαταλείψει όλη αυτήν την ελαφρότητα και να επιστρέψει στην μουσική της. Να μην ακολουθεί τα βήματα του Άδωνη, να μην παρασύρετε από το εύκολο χρήμα και την πρόσκαιρη φήμη και να μην αφήσει όλη αυτήν την γελοιότητα να την καταστρέψει. Η μαέστρος αιφνιδιάστηκε, «θα καταρρεύσω!» μονολόγησε, πίνοντας μια γερή γουλιά από το ποτήρι της. Χρειάστηκαν ελάχιστα δευτερόλεπτα για συνέλθει από το σοκ και στην συνέχεια σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και πέρασε τον σεφ γενναίες δεκατέσσαρες. Πώς τολμούσε, με ποιο δικαίωμα της έκανε κριτική, πώς έφτασε να πιάσει τον άνδρα της στο στόμα του, πώς αυτός, ένας τηλεμάγειρας, έχει το θράσος να κάνει τον κουλτουριάρη και τον αντιστασιακό. Ο εξάψαλμος κράτησε λίγα λεπτά ακόμη κι όταν εκείνη βρόντηξε με δύναμη την πόρτα του διαμερίσματος αποκαλώντας τον θρασύ και αγενέστατο, ο Μάνος, ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι, πιάνοντας το κεφάλι του με τα δυο του χέρια κι έκλεισε τα μάτια. Στο διαμέρισμα απλώθηκε μια ενοχλητική σιωπή. Σηκώθηκε με αργά βήματα, έβγαλε από την πρίζα το τηλέφωνο, έκλεισε το κινητό του κι έπεσε για ύπνο με τα ρούχα. Βυθίστηκε σε έναν πολύωρο και κουραστικό ύπνο μέχρι την επόμενη το μεσημέρι, αγνοώντας τους υπεύθυνους της εκπομπής που τον έψαχναν απεγνωσμένα για το προγραμματισμένο γύρισμα. Ξύπνησε με πονοκέφαλο, έχοντας πάρει οριστικές αποφάσεις για το μέλλον του.  Ήταν πλέον ξεκάθαρο μέσα του πως δεν επιθυμούσε να  ξαναγυρίσει στην εκπομπή, αφήνοντας τις λοιπές λεπτομέρειες στους δικηγόρους. Όσο για την δουλειά στο εστιατόριο, υπέβαλε την παραίτησή του με συνοπτικές διαδικασίες ζητώντας συγνώμη από την κεραυνοβολημένη ιδιοκτήτρια. Στο άκουσμα όλων αυτών, ο Άκης Μετρετζίκης, έβαλε για άλλη μια φορά τα κλάματα, ομολογώντας πως θεωρεί τον σεφ πατέρα του, πως εδώ και χρόνια ήταν το πρότυπό του, πως ήθελε να του μοιάσει, πως ένιωθε ευτυχισμένος το τελευταίο διάστημα δουλεύοντας δίπλα του και να τον λογαριάζει για τον καλύτερό του φίλο και να του ζητήσει οτιδήποτε και δεν θα τον άφηνε από τα μάτια του μέχρι την στιγμή που θα απογειωνόταν το αεροπλάνο και να είναι σίγουρος πως θα περίμενε στο αεροδρόμιο για να τον παραλάβει κάθε φορά που θα επέστρεφε. Ο βοηθός τήρησε τον λόγο του μέχρι την τελευταία στιγμή, κάνοντας τον σεφ να νιώθει φρικτές ενοχές για την στάση του όλο αυτό το διάστημα. Το μεσημέρι της τελευταίας μέρας πριν από την αναχώρησή του Μάνου για το Λονδίνο, οι δυο τους, περίμεναν στην είσοδο της πολυκατοικίες το ταξί Νο 32 της εταιρείας Ακρόπολις που είχαν καλέσει πριν πέντε λεπτά. Ο Σάκης κατέφθασε με τις πάντες φρενάροντας απότομα μπροστά τους και κατεβαίνοντας σβέλτα για να φορτώσει τις βαλίτσες.  Στην διαδρομή για το αεροδρόμιο ο Λάμψη Fm έπαιζε το τελευταίο σουξέ του Κιάμου. Από τον καθρέφτη του οδηγού, ο ταξιτζής, έριξε μια λοξή ματιά  στο πίσω κάθισμα κι είδε το Μάνο να ρεμβάζει μουτρωμένος. Διαστάυρωσε το βλέμμα του με τον  Άκη κι άρχισαν να τραγουδούν μαζί «σφύριξα κι έληξες, έληξες, έληξες».

Sunday, January 16, 2011

Πάπια με πορτοκάλι

(H τελευταία πάπια του Ζαππείου)

Εκείνη την χρονιά, για πολλοστή φορά στην ζωή της, η Κερασία Δαλακούρα, βρέθηκε σε δεινή θέση. Η αλήθεια είναι πως, μέσα σε διάστημα τριών χρόνων, είχε καταφέρει να ξοδέψει όλα τα λεφτά της ληστείας του 2007, αγοράζοντας κάθε λογής ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, έπιπλα, είδη προικός, ρούχα και καλλυντικά και μετατρέποντας το ερείπιο του Δαλακούρα σε κάτι που έμοιαζε με Κολωνακιώτικη μπουτίκ, παράρτημα του Χόντου, υποκατάστημα των 120 ενωμένων εργοστασίων, αποθήκη του Χυτήρογλου και τεχνολογικό πάρκο ταυτοχρόνως. Τις πρώτες μέρες μετά από τη ληστεία, το συμβάν είχε διαρρεύσει στο ΚΑΠΙ της γειτονιάς. Oι γέροι, που γνώριζαν όλο αυτό το διάστημα πως η πηγή της ξαφνικής ευημερίας της χήρας – η πάνινη τσάντα της λαϊκής με τα κολλαριστά χαρτονομίσματα - βρισκόταν κρυμμένη μέσα στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας του μακαρίτη, φρόντισαν να το κρατήσουν σαν επτασφράγιστo μυστικό. Στα τρία χρόνια των παχιών αγελάδων της Κερασίας, το κομοδίνο – χρηματοκιβώτιο, άνοιξε αρκετές φορές για να χρηματοδοτήσει, εκτός από τις καταναλωτικές απαιτήσεις της νεόπλουτης ιδιοκτήτριας, κάθε λογής ανάγκες των φίλων της από το ΚΑΠΙ όπως ομαδικές εκδρομές, εγχειρήσεις, αγορές πορσελάνινων οδοντοστοιχιών, φάρμακα, έξοδα ταφής κλπ. Κάπως έτσι, τα Χριστούγεννα του 2010, οι δεσμίδες με τα πενηντάρικα είχαν κάνει φτερά από την τσάντα της λαϊκής και η Κερασία αναγκάστηκε να κρεμαστεί ξανά στην πενιχρή της σύνταξη για να βιοποριστεί. Όμως, εκείνη την χρονιά το δώρο είχε έρθει πετσοκομμένο και μαζί με την δωδέκατη σύνταξη δεν έφτασε για να πληρωθούν οι λογαριασμοί του μήνα. Μια εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα, η Κερασία, είχε καταναλώσει τα εναπομείναντα φουαγκρά, τουρσιά, πατέ και λοιπά ντελικατέσεν μπινελίκια του ψυγείου της και είχε βρεθεί να παρατηρεί με απορία μια τον πάτο της άδειας τσάντας της λαϊκής και μια τα λευκά τοιχώματα του υπερσύγχρονου αλλά απελπιστικά κενού καταψύκτη της. Και βεβαίως εκκρεμούσε και το μεγάλο εορταστικό δείπνο, καθώς, τη νύχτα των Χριστουγέννων, η Κερασία, συνήθιζε να δεξιώνεται  τους φίλους της Μίλτο και Ζωζώ Αναστασιάδη μαζί με όλα τα καρντάσια από το ΚΑΠΙ. Για την περίσταση έκλεινε ραντεβού για μιζανπλί  στο κομμωτήριο του Χάρη και ξεσφήνωνε από την τιγκαρισμένη ντουλάπα της το πιο φανταχτερό λάφυρο του εξαντλητικού σόπινγκ θέραπι, στο οποίο επιδιδόταν μανιωδώς. Για τον  εορταστικό διάκοσμο του σπιτιού η παράδοση απαιτούσε τα αποκαλυπτήρια ενός τεράστιου Χριστουγεννιάτικου δέντρου, που με το ζόρι κατάφερνε να  σηκώνει  τα στολίδια του, και  που τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου αποθηκευόνταν  με πλήρη εξοπλισμό σε μια γωνιά του χολ, σκεπασμένο με σακούλες σκουπιδιών, ελλείψει χώρου. Ούτως η άλλως το σαραβαλιασμένο πάτωμα του Δαλακούρα φιλοξενούσε, από τις πρώτες μέρες του πλουτισμού της οικοδέσποινες, διπλά και τρίδιπλα στρώματα χαλιών και από το ξεφτισμένο ταβάνι της σαλοτραπεζαρίας κρεμόταν ένας πολυέλαιος που φώτιζε την γιορτή. Συνήθως, το μενού περιλάμβανε εκλεκτούς μεζέδες και συνταγές που η Κερασία ανακάλυπτε σερφάροντας στο διαδίκτυο με το λάπ τοπ, που είχε αποκτήσει πληρώνοντας τοις μετρητοίς στον Κωτσόβολο και σέρνοντας τον απηβδυσμένο υπάλληλο μέχρι το σπίτι της για να το μεταφέρει και να το εγκαταστήσει. Στην συνέχεια, για να μάθει να το χειρίζεται, είχε πληρώσει μαθήματα κατ’ οίκον σε έναν δυστυχή απόφοιτο του ΤΕΙ Πληροφορικής, που όντας άνεργος, είχε πιστέψει στην αρχή πως είχε κάνει την τύχη του - αλλά αυτά θα τα πούμε σε άλλη συνταγή.  Μ΄αυτά και μ΄αυτά, το ετήσιο δείπνο της Κερασίας είχε καθιερωθεί ως το γεγονός της χρονιάς για την παρέα του ΚΑΠΙ και τώρα η κεραυνοβολημένη από την οικονομική καταστροφή οικοδέσποινα έψαχνε να βρει πως θα τα μπαλώσει.  Τη λύση του γρίφου της την ανακοίνωσε από τα τηλέφωνο ο Μίλτος. Αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να χρειαστούν το περίστροφο. Αρκούσε η Κερασία να ψάξει στην αποθήκη και να ξετρυπώσει την απόχη ψαρέματος του Στέλιου, αυτήν που χρησιμοποιούσαν στα νειάτα τους όταν πήγαιναν για καθετή. Το σχέδιο είχε καταστρωθεί λεπτομερώς. Την παραμονή το μεσημέρι, κατά τις δυο, το ζεύγος Αναστασιάδη συναντήθηκε με την χήρα στην στάση του λεωφορείου. Οι δυο γυναίκες πιάστηκαν αγκαζέ για να περπατήσουν τάχα στον Κήπο κι ο Μίλτος, κρατώντας την αποχη, έκανε πως παρατηρούσε την χλωρίδα με ύφος εκατό βοτανολόγων .  Το κόλπο έγινε γρήγορα και η τελευταία πάπια του Ζαππείου  βρέθηκε στην πίσω αυλή της Κερασίας, όπου ο Μίλτος ανέλαβε να κάνει την πολύ βρώμικη δουλειά. Οι γυναίκες έπεσαν με τα μούτρα στο δίκτυο για να βρουν συνταγή. Στην ιστοσελίδα του βιτάμ, η διαφήμιση της συνταγής Πάπια με Πορτοκάλι έγραφε: "Πορτοκάλι, κονιάκ και μπαχαρικά αγκαλιάζουν ευλαβικά την πάπια. Αρωματική και τραγανή όσο ποτέ!". Μετά από  υποχρεωτική νηστεία μιας εβδομάδας, η Κερασία, ένιωσε να της τρέχουν τα σάλια. Αυτήν θα κάνομε γεια, είπε στην Ζωζώ, που κοιτούσε αφηρημένη τον απέναντι τοίχο,  νοσταλγώντας όλες τις Χριστουγεννιάτικες  γεμιστές γαλοπούλες της ζωής της, που δεν ήξερε τότε να τις εκτιμήσει και να τις σεβαστεί και που τώρα, έχοντας να φάει κρέας έξι μήνες μετά την τελευταία μείωση στην σύνταξη του Μίλτου, καταλάβαινε επιτέλους την αξία τους. Η Κερασία πλησίασε το ποντίκι πάνω στην λέξη πάπια. Οι τύποι του βιτάμ είχαν βάλει εκεί την επεξήγηση:" η πάπια θηρεύεται για το κρέας της, που είναι πολύ νόστιμο. Επίσης εκτρέφεται για τα αυγά της, για το φτέρωμά της και συχνά εκτίθεται σε Ζωολογικού Κήπους"  και  σε Εθνικούς Κήπους συμπλήρωσε ο Μίλτος φέρνοντας το θήραμά έτοιμο για μαγείρεμα. Ακολούθησαν την συνταγή του βιτάμ κατά γράμμα. Έβαλαν την πάπια σε ένα ταψί και την άλειψαν με ένα πακέτο βιτάμ, χωρίς να σκεφτούν ούτε για μια στιγμή  ζάχαρο και χολιστερίνη. Της κάρφωσαν τα απαιτούμενα γαρίφαλα, την έλουσαν με μια κούπα  κονιάκ και με τον χυμό τριών πορτοκαλιών, πρόσθεσαν γύρω γύρω δαφνόφυλλα και  τρία πορτοκάλια κομμένα στην μέση, αλάτι, πιπέρι και μετά την έβαλαν να ψηθεί για μια ώρα στους 170.  Ο Μίλτος είχε φροντίσει να κάνει τα σχετικά τηλεφωνήματα στο ΚΑΠΙ και οι υπόλοιποι ήταν ενήμεροι για την οικονομική στενότητα της Κερασίας. Το μενού θα συμπληρωνόταν ρεφενέ. Οι γέροι είχαν ξαμοληθεί στις λαϊκές και στους κάδους της κρεαταγοράς για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα και στο τέλος βρέθηκε κι ένα κρασί από βαρέλι που δεν υπήρχε όμοιο. Η Κερασία και η Ζωζώ υποδέχτηκαν τους καλεσμένους σημαιοστολισμένες  κάτω από τους πολυέλαιους που έκαναν την νύχτα μέρα στην σαλοτραπεζαρία.  Στήθηκε γλέντι τρικούβερτο, μόνο που διέκρινες μια στιγμιαία μελαγχολία στα μάτια των συνδετημόνων όταν κάποιος σήκωνε το ποτήρι του για να ευχηθεί "και του χρόνου". 

Σημείωση: Τον χειμώνα του 2010 στην Αθήνα δεν έκανε κρύο, έκανε πείνα. Η τελευταία πάπια του Ζαππείου  εξαφανίστηκε στην Παραμονή των Χριστουγέννων. Οι υπεύθυνοι ισχυρίζονταν ότι τις κρατούσαν κλεισμένες στα κλουβιά τους για ευνόητους λόγους. Οι Αθηναίοι όμως, που επισκέπτονταν τον Κήπο και γνώριζαν την αλήθεια, έριχναν μούντζες κατά τον Άγνωστο Στρατιώτη και έφτυναν κατά γης.