Friday, July 08, 2016

H γη της επαγγελίας


Η φτώχεια και το κρύο θέριζαν την πόλη. Οι πεθαμένοι από την πείνα μεταφέρονταν σωρηδόν στα νεκροταφεία, μισόγυμνοι από το πλιάτσικο,  ακουμπισμένοι πάνω σε ξύλινα καρότσια με τσέρκια που έτριζαν καταστρέφοντας την άσφαλτο, αντί για ρόδες.
Παρόλα αυτά, λίγο πριν κλειστεί για τα καλά στο καμαράκι της στην προσφυγούπολη, η Ελενίτσα συνειδητοποίησε ότι μάλλον θα κατάφερνε να διασώσει το κομπόδεμα που είχε φυλαγμένο για ώρα ανάγκης, αφού,  μπαίνοντας στον έβδομου μήνα, άρχισε να λαμβάνει τμηματικά μια καλή ποσότητα τροφίμων, σταλμένη από τον Στέργιο και ικανή να την απαλλάξει από κάθε έγνοια. Κι όταν πλησίαζαν οι μέρες της κατέφθασε στην προσφυγούπολη η Συμέλα, φορτωμένη με καλούδια και φρεσκοραμμένα μωρουδιακά. 
Η Ελενίτσα την υποδέχτηκε μ’ ευγνωμοσύνη και την εγκατέστησε δίπλα της στο μεγάλο κρεβάτι της κάμαρας για πέντε ολόκληρες μέρες μέχρι τη στιγμή που μια πλημμύρα υγρών, προερχόμενη από την κοιλιά της, προανήγγειλε τη έλευση του μωρού. Η Συμέλα έτρεξε τότε στην καλύβα της μισότυφλης μαμής, στην άκρη του μαχαλά και στη συνέχεια, εφόσον η έγκυος της απαγόρευσε ρητά την είσοδο στο δωμάτιο του τοκετού, βάλθηκε να ζεσταίνει και να ξαναζεσταίνει τα ίδια νερά στο μικρό κουζινάκι, ή να βολτάρει έξω από την πόρτα του δωματίου.
Ειδοποιημένος για το χαρμόσυνο γεγονός, ο Στέργιος έφθασε την επόμενη το πρωί για να παραλάβει την εκστασιασμένη γυναίκα του μαζί με το δώρο που κρατούσε κρυμμένο σε μια μάλλινη κουβέρτα. Για να σιγουρέψει το τυπικό του θέματος είχε κανονίσει την ολιγοήμερη εισαγωγή της Συμέλας στην «Κλινική της εγκύου» στην οδό Κυδαθηναίων, στην Πλάκα. Το σκηνικό της εικονικής  γέννας του στοίχισε βέβαια μπόλικα χρήματα, αλλά απέδωσε τα απαιτούμενα πιστοποιητικά, με βάση τα οποία το μωρό της Ελενίτσας ήταν επισήμως η κόρη του Στέργιου και της Συμέλας.
Επιστρέφοντας στο σπίτι της Πλάκας με το νεογέννητο αγκαλιά, η «λεχώνα», κλείστηκε στο δωμάτιό της αρνούμενη να δεχτεί επισκέψεις προτού να «σαραντίσει». Άλλωστε τους τελευταίους μήνες τους είχε περάσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ράβοντας και πλέκοντας την προίκα του μωρού κι εγκυμονώντας το τηλεπαθητικώς ταυτόχρονα με την Ελενίτσα. Στην αρχή φρόντισε να μαθευτεί η είδηση για την «κατάστασή» της και κυκλοφόρησε ελάχιστα στη γειτονιά, φορώντας ένα καλοβαλμένο μαξιλάρι κάτω από σκούρα φαρδιά ρούχα. Ύστερα, αφού διέδωσε ότι ο γιατρός την είχε διατάξει να μείνει στο κρεβάτι μέχρι να γεννήσει, συμβούλευσε την Ελενίτσα να πάψει να εμφανίζεται στην Πλάκα και φρόντισε να κλειδώνει την αυλόπορτα ώστε να αποφεύγει ακόμα και τις λιγοστές επισκέψεις εκείνης την εποχής.
Τη μοιραία νύχτα, φέρνοντας στον κόσμο το μωρό της, η Ελενίτσα ζήτησε να της το δώσουν να το φιλήσει κι αμέσως μετά, λίγο πριν γυρίσει το κεφάλι της προς τον τοίχο κι επιτρέψει στον εαυτό της ένα και μοναδικό δάκρυ, διέταξε τη Συμέλα να πάρει το παιδί και να εξαφανιστεί. Παρόλα αυτά, λίγους μήνες αργότερα, θα ξαναβρισκόντουσαν τυχαία στα σκαλιά της Μεγάλης Βρετανίας, τη στιγμή που η Ελενίτσα προετοίμαζε τη μεγάλη έξοδο προς τη νέα της ζωή.
Γιατί, παρά το γεγονός ότι, την εποχή εκείνη, η αλληλογραφία περνούσε, στην κυριολεξία, από σαράντα κύματα, τα γράμματα του κυρίου Ντίνου εξ Αιγύπτου εξακολουθούσαν να φθάνουν στο σπιτάκι της προσφυγούπολης, έστω και με καθυστέρηση. Η βολική πολύμηνη απουσία του μάλιστα, συνέπεσε με την περίοδο της προχωρημένης εγκυμοσύνης και της γέννας και παρατάθηκε τόσο, όσο χρειαζόταν, ώστε το σώμα της καλής του να επανέλθει στη  φόρμα του. Ύστερα, όταν έφθασε η ημέρα της επιστροφής του Ντίνου, η «δεσποινίς Ελενίτσα», αφού μάζεψε τα υπάρχοντά της σε μια μεγάλη, χάρτινη βαλίτσα, ξόδεψε λίγο χρόνο για να ράψει τις λιγοστές λίρες της στο στρίφωμα του ταγέρ της. Βγαίνοντας από τη μικρή καγκελόπορτα έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι όπου είχε ξοδέψει χρόνια έντιμου συζυγικού βίου αλλά και έσχατου  ξεπεσμού, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει πόσο θανάσιμα το μισούσε. Ύστερα, σήκωσε τη βαλίτσα και ξεπόρτισε βιαστικά, φροντίζοντας να πετάξει το κλειδί της εξώπορτας στον πρώτο υπόνομο που συνάντησε στον δρόμο της. Το επόμενο διάστημα οι  γείτονες θα διαπίστωναν ότι είχε φύγει χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και, καθώς ο χρόνος περνούσε, η παρατεταμένη απουσία της οδήγησε κάποιους στο συμπέρασμα πως δεν επρόκειτο να την ξαναδούν στα μέρη τους.
Γιατί ο μεγάλος πόλεμος, από τον οποίο η δεσποινίς Ελενίτσα και ο κύριος Ντίνος σκόπευαν να δραπετεύσουν το συντομότερο, έδωσε την ευκαιρία και στους δυο να γίνουν αυτό που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, υποδύονταν.  Εκείνος, εκμεταλλευόμενος τα κέρδη από τις κατοχικές παρτίδες,  μπορούσε επιτέλους να ασχολείται με το εμπόριο βαμβακιού διατηρώντας γραφεία στην  καρδιά του Καϊρου και η σύζυγός του να μεταμορφωθεί σε μια εύθραυστη κυρία της καλής κοινωνίας που κελαηδούσε τις εντολές της σε έγχρωμους υπηρέτες, ψώνιζε υφάσματα εισαγωγής από καταστήματα νεωτερισμών και παράγγελνε κινέζικες πορσελάνες από το περιοδικό Βelle Egypte όπως όλες οι κυρίες της σειράς της.  Άλλωστε, τα πρώτα χρόνια της καινούργιας της ζωής, η madame Helen, συνεπαρμένη από την ίδια της την επιτυχία, απολάμβανε τα προνόμια του έντιμου συζυγικού βίου με τρόπο που τη έκανε περιζήτητη. Το γεγονός αυτό οφειλόταν στη χαρακτηριστική άνεση, με την οποία συνήθιζε να σκλαβώνει τους γνωστούς του άντρα της σε καλέσματα κοινωνικής συναναστροφής, ή στο σαλόνι μιας ολόλευκης κατοικίας, την οποία εκείνος, χάρη στην ικανότητά του να μυρίζεται ευκαιρίες, είχε καταφέρει να αγοράσει μισοτιμής σε πλειστηριασμό, φορτωμένη με τον πλήρη εξοπλισμό της.
Εγκαθιστώντας την, λοιπόν, σε αυτό το σπίτι, το γεμάτο με αγγλικά και γαλλικά έπιπλα, το ντυμένο με ανατολίτικα χαλιά και βαριές κουρτίνες, ο Ντίνος, είχε αποφασίσει να τη μεταμορφώσει σε μια κομψή οικοδέσποινα της παροικίας. Μετά το πρώτο διάστημα όμως, καθώς η μαθήτρια αποδείχθηκε απρόσμενα δεκτική, οι συμβουλές του συζύγου για θέματα κομψότητας και κοινωνικής συμπεριφοράς άρχισαν να γίνονται περιττές, εφόσον η ίδια, παρατηρώντας σχολαστικά τον κόσμο γύρω της, έμοιαζε να αφομοιώνει πληροφορίες και να αντιγράφει φερσίματα με  ταχύτητα. Κατά τη γνώμη του Ντίνου η μεταμόρφωσή της είχε συντελεστεί στην κυριολεξία από τη μια στιγμή στην άλλη, γεγονός που συνειδητοποίησε ένα απόγευμα επιστρέφοντας νωρίς στο σπίτι, ύστερα από μεγάλο διάστημα εντατικής δουλειάς. Κατευθυνόμενος προς το σαλόνι γνώριζε ήδη ότι η γυναίκα του  έπινε το τσάι της με γνωστές κυρίες, αλλά η εικόνα που αντίκρισε μπαίνοντας τον έκανε να κοντοσταθεί έως ότου συνειδητοποιήσει ότι η κομψή νεαρή ύπαρξη στο κέντρο του κάδρου, αυτή με το κοκτέιλ φόρεμα και τη στητή πλάτη, που κρατούσε το φλιτζάνι του τσαγιού  με την άκρη των δακτύλων της και φλυαρούσε περί ανέμων και υδάτων ήταν ή Ελενίτσα. Η Ελενίτσα  του  GB, αυτή με τον ανύπαρκτο θείο και τις κρυφομανταρισμένες κάλτσες. Η αφιχθείσα στο ξενοδοχείο του κουβαλώντας το βιος της σε μια ταλαιπωρημένη βαλίτσα, έτοιμη να παντρευτεί βιαστικά, με εκείνο το χιλιοφορεμένο ταγέρ, στο στρίφωμα του οποίου είχε καταχωνιάσει το φτωχικό της κομπόδεμα. Ο Ντίνος ένιωσε τότε τον έρωτά του για εκείνη να βαθαίνει, τροφοδοτούμενος από ειλικρινή θαυμασμό και μια πεποίθηση  πως  οι δυο τους, δεμένοι με μικρά και μεγάλα μυστικά, εφοδιασμένοι με θεμελιώδη κατά συνθήκη ψεύδη, έμοιαζαν πλέον σαν δυο σταγόνες νερό, ικανές να γλιστρήσουν οπουδήποτε, να διεισδύσουν παντού, να ξεγελάσουν και να γοητεύσουν τους καχύποπτους της αρχαίας γης της Επαγγελίας, στην οποία είχαν προσφάτως μεταναστεύσει, παραμένοντας άτρωτοι και κερδίζοντας σπιθαμή προς σπιθαμή τη ζωή που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, υποκρίνονταν ότι μετέφεραν στις βαλίτσες τους, μαζί με ένα λαμπρό παρελθόν, τόσο καλά τεκμηριωμένο ώστε να μη χρήζει διερεύνησης.
Στο μεταξύ, η νιότη της άνθιζε δίπλα στον δεύτερο σύζυγό, ο οποίος είχε, και πάλι, σχεδόν τα διπλά της χρόνια.  Η ομορφιά της γινόταν ολοένα και πιο εντυπωσιακή, καθώς ενισχυόταν από τον πηγαίο ενθουσιασμό μιας γυναίκας προσφάτως προσγειωμένης σε έναν απέραντο κήπο γεμάτο καινοφανή θαύματα, των οποίων η προσέγγιση συνεπαγόταν για αυτήν αλλεπάλληλες καθημερινές μυήσεις, μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις, ικανές να την καταπλήξουν και να τη συνεπάρουν σε ανυπόκριτη ευτυχία. Η διαδικασία αυτή εξαφάνιζε ταυτοχρόνως τη μέχρι στιγμής διαφυλαγμένη, χάρη στην παρελθούσα βιοποριστική πορνεία, πρωτογενή της αθωότητα, καθώς, μέρα με την ημέρα, συνειδητοποιούσε πως μικρές ή μεγάλες στιγμές ευτυχίας, οι οποίες στο παρελθόν θα κόστιζαν κομμάτια από τη σάρκα της, στην καινούργια της ζωή προϋπέθεταν απλώς την παρουσία της.
Η νεαρή κυρία, λοιπόν, πέρασε το πρώτο διάστημα της ζωής της στο Κάιρο καθηλωμένη από την παραπάνω διαπίστωση, προσπαθώντας ταυτοχρόνως να μασήσει και να καταπιεί τις μεγάλες ποσότητες ευφορίας με τις οποίες την τροφοδοτούσε η καθημερινότητα στο λευκό σπίτι. Μια καθημερινότητα που κυλούσε σε ευάερα δωμάτια με φρεσκογυαλισμένα πατώματα, ανάμεσα σε ήχους συγκρουόμενων πορσελάνινων σκευών, ή τις ακατάληπτες πρωινές φράσεις μιας καμαριέρας με κολλαριστό μπονέ καθώς τραβούσε τις κουρτίνες κι άφηνε το σκληρό φως να εισβάλει. Το καθήκον, λοιπόν, εκείνης της νεοφώτιστης madame ήταν να ανασηκώνεται ελαφρά, αφήνοντας την κοπέλα να τακτοποιήσει τα μαξιλάρια της και, ύστερα, να ακουμπά αναπαυτικά για να απολαύσει το πρωινό της, λίγο πριν εφορμήσει στη συναρπαστική μέρα. Το καθήκον της επίσης, απείχε πολύ από την κοπιαστική αναμονή για την εξασφάλιση τριάντα γραμμαρίων μαύρου ψωμιού, τη λαθραία ξύλευση προς εξασφάλιση θέρμανσης, τη σιχαμερή μυρωδιά σάπιων δοντιών που ανέδιδε η βιοποριστική ερωτική συνεύρεση, ή το βίαιο ξέσπασμα του εκνευρισμένου εραστή. Αντιθέτως, αυτό το καινούργιο καθήκον ταυτιζόταν πλέον με τη δοκιμασία των αντοχών ευγενικών υπαλλήλων καταστημάτων νεωτερισμών, με την σπατάλη φρέσκου χρήματος για την αγορά δαντελένιων εσωρούχων, το πλατωνικό φλερτ κομψών κυρίων σε βραδινές συγκεντρώσεις, ή την παρέα μεταξένιων οικοδεσποίνων ευήλιων σαλονιών της παροικίας. 
Ο απόηχος εκείνου το συζυγικού βίου έφθανε στο σπίτι της Πλάκας με τη μορφή ανορθόγραφων επιστολών, γραμμένων, όμως, σε κομψά επιστολόχαρτα με το μονόγραμμα της αποστολέως σχεδιασμένο στο επάνω μέρος. Σε κάποιες περιπτώσεις η είδηση της εκ Καΐρου αδιατάρακτης ευτυχίας ταξίδευε μέχρι την οδό Γκούρα καταγεγραμμένη σε μικρές ευχετήριες φράσεις σκαλισμένες στο πίσω μέρος ειδυλλιακών καρτ ποστάλ, ή στριμωχνόταν σε μυστηριώδη δέματα που φώλιαζαν για μέρες στη βάση ενός  κατάφορτου χριστουγεννιάτικου δέντρου μέχρι να έρθει η στιγμή να ανοιχτούν.  Και παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο τους θα μπορούσε, κατά περίπτωση, να χαρακτηριστεί αλλοπρόσαλλο, τα δέματα αυτά κατέφθαναν με συνέπεια και κέντριζαν την ανυπομονησία των παιδιών της οδού Γκούρα για πολλά χρόνια. Έτσι, η μικρή Ελένη, η Δρακολένη όπως την αποκαλούσε η Συμέλα στις συζητήσεις της με τα εικονίσματα, σε ηλικία πέντε ετών, έλαβε ως χριστουγεννιάτικο δώρο ένα σερβίτσιο μαχαιροπήρουνων, εκατόν είκοσι τεμαχίων, της συλλεκτικής σειράς Grosvenor Oneida του 1925. Στα οκτώ της, ένα πλατύγυρο καπέλο διακοσμημένο με στάχυα, στα δέκα έναν οδηγό επιβίωσης για προσκόπους, γεμάτο ναυτικούς κόμπους και οδηγίες επίδεσης τραυμάτων και στα είκοσι μια ολοκέντητη στολή οδαλίσκης για  δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Το δέμα περιείχε συνήθως δώρα και για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, το ίδιο παράξενα με τα προοριζόμενα για την Δρακολένη. Ο Στέργιος, παραδείγματος χάριν, λάμβανε τακτικά συναρμολογούμενα καλάμια ψαρέματος και μεγεθυντικούς φακούς, ο Μίμης δερμάτινα άλμπουμ με συλλογές γραμματοσήμων και αποξηραμένα έντομα και η Συμέλα βελόνες πλεξίματος από κόκκαλο φάλαινας, μικροσκοπικά κιάλια για την όπερα, μικρά μπιμπελό σκαλισμένα σε έβενο και, σε περιπτώσεις φωτεινών διαλειμμάτων της Ελέν, μάλλινες εσάρπες ή παντόφλες. Με το πέρασμα του χρόνου αυτά τα δώρα μετεξελίσσονταν σε προσωπικές συλλογές παράξενων αντικειμένων, φυλαγμένες στα άδυτα συρταριών των μελών της οικογένειας μαζί με ασπρόμαυρες φωτογραφίες, στο πίσω μέρος των οποίων αναγράφονταν φράσεις όπως «Απόκριες εις Ελληνικήν Λέσχην Καΐρου», «Πρωτοχρονιά εις Πορτ Σάιντ», ή «Δείπνον παλαιών Παροίκων Σουέζ και Πορτ – Τεουφήκ». Η εξωτική θεία εξ Αιγύπτου πόζαρε σε αυτές  χαμογελαστή, πότε ντυμένη Κλεοπάτρα, πότε φορώντας μακριά τουαλέτα, αλλά, πάντα, κρατώντας  αγκαζέ έναν τροφαντό κύριο με λευκό κοστούμι και στρογγυλά μεταλλικά γυαλιά. Παρόλα αυτά, μικρές, ασήμαντες φράσεις, φωτογραφίες σαν αυτές που κατέφθαναν στην Πλάκα κρυμμένες στα φύλλα της ισόβιας αλληλογραφίας κι εκείνα τα αλλοπρόσαλλα δώρα, που κανείς δεν έκανε τον κόπο να χρησιμοποιήσει, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποκάλυψη του σκοτεινού σημείου μιας φαινομενικά ανέφελης ευτυχίας. Του σκοτεινού σημείου εξαιτίας του οποίου, η Ελέν τελώντας υπό την επήρεια ενός υποβόσκοντος πανικού, μιας παράξενης σύγχυσης, αγόραζε καλάμια ψαρέματος όχι επειδή πίστευε ότι ο Στέργιος θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει, αλλά επειδή της ήταν αδύνατον να αντισταθεί στην ιδέα της απόκτησής τους. Για την ακρίβεια επειδή ένιωθε πως, εφόσον εκείνο το καλάμι υπήρχε, η  ίδια όφειλε να το αποκτήσει. Με την πάροδο του χρόνου η βουλιμική αυτή διάθεση, που είχε ως συνέπεια μια ανεξάντλητη τάση για συσσώρευση, άρχισε να γίνεται αισθητή στην τσέπη του Χαουάνγκα Ντίνο. Τόσο αισθητή όσο και δυσεπίλυτη. Γιατί, κατά καιρούς, η εμμονή της γυναίκας του αποκτούσε θεματικό περιεχόμενο και η βουλιμία της την ωθούσε στο να αγοράζει ικανό αριθμό δειγμάτων του αντικειμένου που μονοπωλούσε εκείνη την εποχή το ενδιαφέρον της. Στη μια περίπτωση επειδή επρόκειτο για κάτι σπάνιο, στην άλλη για κάτι ξεχωριστά όμορφο ή ιδιαίτερα πολύτιμο ή τόσο απλό και χαριτωμένο! Στο τέλος κάθε τέτοιας εφόρμησης επέστρεφε στο σπίτι από κάποια αγορά του Καΐρου, συχνά από το Χαν ελ Χαλίλι, ένοχη, σχεδόν μετανοημένη, έχοντας διασχίσει τρέχοντας πολύβουα σοκάκια, προσπεράσει σαραβαλιασμένες καρέκλες επιφορτισμένες με καθήκοντα υπαίθριων παγκακιών, σμάρια καλοταϊσμένων μυγών, μειλίχιους σαρικοφόρους πωλητές, θορύβους ποδηλατικών κουδουνιών και ιππήλατων οχημάτων, μυρωδιές καιόμενων θυμιαμάτων, δύσοσμες σωματικές εκκρίσεις και λαρυγγισμούς ιπτάμενων χοτζάδων εγκατεστημένων σε καφασωτούς μιναρέδες. Και παρά το γεγονός ότι αυτές οι εφορμήσεις ήταν σχεδόν καθημερινές, με δυσκολία θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η Ελέν γνώριζε ή αγαπούσε την πόλη στην οποία έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της, γιατί κατά τη διάρκεια εκείνων των πανικόβλητων διαδρομών, νιώθοντας μια πυρετική αγωνία, οφειλόμενη στο χρηματικό ποσό που κουβαλούσε στην τσάντα της, ενόσω αναζητούσε τρόπους για να το ξοδέψει, άφηνε μια πόλη, ανάξια να εξερευνηθεί, να βουίζει γύρω της αποφασίζοντας προκαταβολικά για την ασχήμια της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που άλλοτε, σε στιγμές ξεγνοιασιάς, οχυρωμένη στον κηπάκο της, θεωρούσε δεδομένη και αδιαμφισβήτητη την ασχήμια της παραγκούπολης.
Ακουμπώντας, λοιπόν, τσαλακωμένα χαρτονομίσματα σε πάγκους καταστημάτων ή υπαίθρια καρότσια, αλλά αποφεύγοντας εντατικά το σχεδόν στοργικό, αν όχι πονεμένο, βλέμμα εκείνων των μικροπωλητών, με τις παλάμες της ιδρωμένες και τα δάχτυλα να τρέμουν ελαφρώς καθώς ανέσυρε λερά χαρτονομίσματα με σκοπό να τα ξεφορτωθεί, ένιωθε ένα παράλογο συναίσθημα οχύρωσης, για να συνέλθει λίγο αργότερα, και να βυθιστεί σε ανομολόγητη ενοχή συνειδητοποιώντας πως είχε μόλις αποκτήσει το δέκατο σερβίτσιο μαχαιροπήρουνων μέσα σε διάστημα ενός μήνα. Φρόντιζε τότε να εξαφανίζει τα λάφυρα των επιδρομών της ταχυδρομώντας τα δεξιά κι αριστερά σε φίλους και συγγενείς, γεγονός που καθιστούσε τη δαπάνη των χρημάτων της ένα μυστήριο για τον σύζυγό της. Φυσικά, ο Χαουάνγκα, θα μπορούσε να έχει από καιρό διαλευκάνει το μυστήριο, εφόσον έκανε τον κόπο να ρίξει μια ματιά  στην τουαλέτα της για να διαπιστώσει πως εκείνη διέθετε ποσότητα πούδρας συγκεκριμένης υφής, αποθηκευμένη σε είκοσι άθικτες πουδριέρες διαφορετικού υλικού και σχήματος, ικανή να πουδράρει τις μύτες ολόκληρης της Αστικής Σχολής Θηλέων της συνοικίας του Μπαμπ ελ Λουκ. Ή πως οι λίμες στο συρτάρι της αρκούσαν για να λιμάρουν ταυτοχρόνως τα νύχια τους όλες οι μαθήτριες του Αχιλλοπούλειου Παρθεναγωγείου.
Το μυστήριο της εξαΰλωσης του μηνιαίου επιδόματός της διαλευκάνθηκε τελικά με τη βοήθεια της μαγείρισσας Νούζχα, που απηυδισμένη από το ανησυχητικό φρακάρισμα των ντουλαπιών της κουζίνας της,  αποφάσισε να ανέβει στο εσωτερικό μπαλκόνι και να παρακαλέσει τον Χαουάγκα να τη σώσει από τη madame, η οποία, το τελευταίο διάστημα, είχε σπεύσει να προμηθευτεί απανωτές ποσότητες ολοκαίνουργιων πιάτων προκαλώντας το αδιαχώρητο, αλλά συνεχίζοντας ακάθεκτη. Η πληροφορία αυτή στάθηκε ικανή να ανοίξει τα μάτια του συζύγου κι όταν το θέμα αυτό διευθετήθηκε εν μέρει, χάρη στην αυστηρή επιτήρηση μιας συνοδού, ο ρυθμός άφιξης αλλοπρόσαλλων αντικειμένων στο σπίτι της Πλάκας αποκαταστάθηκε σε μια λογικότερη ροή, την οποία σηματοδότησε η αποστολή μιας ολόσωμης μπογιατισμένης φωτογραφίας της με κόκκινο φόρεμα. Αυτό, λοιπόν, το στιγμιότυπο της Ελέν, καθώς ατένιζε χαμογελώντας το άπειρο, όρθια, δίπλα σε ένα μεγάλο τζάκι με βαριά μπουαζερί, κρεμασμένο για χρόνια  στον τοίχο του σαλονιού της οδού Γκούρα,  επέβλεψε την παιδική και εφηβική ζωή της Δρακολένης και, εξαιτίας κάποιας παράξενης προτίμησης της τελευταίας, τη συνόδευσε στο γαμήλιο σπίτι ενός συζύγου πανομοιότυπου με εκείνον τον άφωνο της εξωτικής θείας. 
Αμέσως μετά την άφιξη της συγκεκριμένης φωτογραφίας, σε τακτά χρονικά διαστήματα, μαζί με τα γράμματα και τα δέματα, άρχισαν να καταφθάνουν άλλες, στρουμπουλών μωρών που τα έλεγαν Συμέλες, Στέργιους, Δράκους και Ελέν-Μαρίες. Ύστερα, τα ίδια μωρά, φθάνοντας διαδοχικά στην ηλικία των έξι, παρήλαυναν στην τακτική αλληλογραφία ποζάροντας μπροστά στη μεγάλη είσοδο της Αμπέτειου Σχολής ντυμένα με σκουρόχρωμες σχολικές ποδιές γαρνιρισμένες με λευκά γιακαδάκια. Σε άλλες περιπτώσεις πλατσούριζαν  στα ρηχά πάνω από διευκρινιστικές λεζάντες όπως «Η Ελέν-Μαρία εις Νείλον» ή ατένιζαν τον φακό καθισμένα κάτω από μεγάλα δέντρα, εικονοποιώντας σημειώσεις όπως «ο Στέργιος και η Συμέλα εις την εξοχήν Μανσούραν».
Προς το τέλος αυτής της περιόδου, ύστερα από τέσσερις καταγεγραμμένες γέννες, έχοντας διανύσει μια μακρά περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας εγκυμονούσε σχεδόν ακατάπαυστα, η Ελέν αναγκάσθηκε  να υποταχθεί στις βουλές του συζύγου της που δήλωσε απρόθυμος να συνεχίσει να την γονιμοποιεί, διαπιστώνοντας ότι η θεματική βουλιμία της είχε πλέον επικεντρωθεί στην τεκνοποίηση. Τότε εκείνη, έχοντας από καιρό θάψει την ανάμνηση της σπαθάτης κορμοστασιάς της στα κατάβαθα ενός συρταριού της τουαλέτας της, δίπλα στην πάνινη μεζούρα, με την οποία συνήθιζε να μετρά τη μέση της μετά από κάθε γέννα, άρχισε να τον ζηλεύει θανάσιμα. Η εμμονή της αυτή, το επόμενο διάστημα, την οδήγησε σε περιστασιακές, υπέρ νταντάδων και δασκάλων, παραιτήσεις από την ανατροφή των παιδιών, προκειμένου να καταδιώξει και να ξεσκεπάσει τον άπιστο σύζυγό. Για μεγάλο διάστημα επέμενε να βλέπει ύπουλες αντιζήλους έτοιμες  να απειλήσουν την ευτυχία της στα απογευματινά τέια, στις συγκεντρώσεις οδηγισμού, σε κυριακάτικους περιπάτους στις δεντροστοιχίες της Γκίζα, σε πανηγυρικές λειτουργίες στον Άγιο Νικόλαο του Χαμζάουι αλλά και στο υπόγειο του σπιτιού της, ανάμεσα σε παραμαγείρισσες και καμαριέρες, παρά το γεγονός ότι οι γενετήσιες ορμές του συζύγου της τελούσαν  εκείνη την περίοδο υπό καταστολή, τόσο λόγω της ηλικίας του, όσο και λόγω κρίσιμων πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων που συγκλόνιζαν την Αίγυπτο.  Παρόλα αυτά, το περιστατικό που αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή εκείνης της εμμονής διαδραματίστηκε σε ένα πάρτι, λίγα χρόνια μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων ζήλειας. 
Εκείνο το απόγευμα, οι Γιουνανεϊν, είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στον κήπο μιας βίλας στο προάστιο Μααντί, έτοιμοι να διασκεδάσουν χορεύοντας και φλυαρώντας κάτω από φυλλώματα δέντρων με βαρύς κορμούς, ανάμεσα στους  οποίους μπορούσε κανείς να διακρίνει τα νερά του Νείλου να κυλούν αθόρυβα. Στο πικάπ έπαιζε το The great pretender των Platters και η Ελέν απολάμβανε σπιτική λεμονάδα, όταν το βλέμμα της έπεσε σε ένα ενδιαφέρον φλοράλ φουρό, οι πτυχώσεις του οποίου αναδιπλώνονταν πάνω στα μπατζάκια ενός γνώριμου λευκού παντελονιού από λινό ύφασμα. Προσέχοντας λίγο καλύτερα συνειδητοποίησε ότι η νεαρή, καλοβαλμένη κυρία που φορούσε εκείνο το ωραίο ρούχο, απολάμβανε το περιπαθές αγκάλιασμα του Ντίνου, ο οποίος λικνιζόμενος την οδηγούσε ανάμεσα στα υπόλοιπα ζευγάρια ακούγοντας προσεκτικά την ανέμελη φλυαρία της. Το θέαμα αυτό έκανε την Ελέν να πανιάσει ενόσω, το μυαλό της κατακλυζόταν από τις εικόνες μιας επαπειλούμενης εγκατάλειψης κι ενός ακόμα ξεπεσμού που θα μπορούσε, αυτήν την φορά, να την καταστρέψει ανεπανόρθωτα. Τότε, νιώθοντας το αίμα να συγκεντρώνεται πιεστικά στους κροτάφους  της, πλησίασε προς το ζευγάρι και προκάλεσε έναν καβγά σαν τους παλιούς του σκονισμένου μαχαλά που, όλα αυτά τα χρόνια, επέμενε  να επιστρέφει στους εφιάλτες της περισσότερο αποκρουστικός από όσο υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Η νεαρή κυρία, είχε προσπαθήσει να αμυνθεί, αλλά υποχώρησε νιώθοντας τούφες μαλλιών να ξεριζώνονται βίαια από το τριχωτό του κεφαλιού της και, πολύ σύντομα, βρέθηκε να κυλιέται στο έδαφος εισπράττοντας νυχιές και ακατανόμαστες βρισιές, την ίδια στιγμή που το ανθισμένο φουρό της σάρωνε τα φύλα και τα κλαράκια του νοτισμένου εδάφους.
Τον επίλογο της συγκεκριμένης βραδιάς αποτέλεσε ένα αγανακτισμένο λογύδριο γεμάτο νουθεσίες και παράπονα, μέσω του οποίου, ο Χαουάνγκα Ντίνο, καθισμένος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου που τους μετέφερε στο σπίτι, εξέφρασε για πρώτη φορά  απροκάλυπτα συναισθήματα κόπωσης, ενημερώνοντάς τη γυναίκα του ότι είχε πάψει από καιρό να νιώθει κολακευμένος από όλες αυτές τις παράλογες σκηνές, μέσω των οποίων εκείνη φρόντιζε να τον ρεζιλεύει τακτικότατα. 
Η συγκεκριμένη εμμονή της Ελέν ξεπεράστηκε εκείνη τη νύχτα, εντελώς ξαφνικά, με το ίδιο ακριβώς τρόπο που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν συνήθως οι μονομανίες της. Και λίγες μέρες αργότερα, όταν ο σύζυγος της την έθεσε προ ενός φοβερού, όπως εκείνος πίστευε, διλήμματος, οι πρόσφατες έννοιες της έμοιαζαν ήδη μακρινό και ανούσιο παρελθόν. Γιατί, κατά τη διάρκεια εκείνης της συζήτησης, ο Ντίνος είχε περιγράψει στη σύζυγό του την πολιτική κατάσταση της χώρας, τονίζοντας πως, κάτω από αυτές τις συνθήκες, αν ήθελε να συνεχίσει την ζωή της στην Αίγυπτο έπρεπε να ξεχάσει κάθε πιθανότητα επιστροφής στη «γαλάζια πατρίδα». Η Ελέν όμως παρέμεινε ατάραχη σε βαθμό αναισθησίας γιατί οι σκονισμένες αναμνήσεις της από την Ελλάδα, γεμάτες με λερές αυλές και τενεκεδένιες καλύβες απείχαν πολύ από το να ταυτιστούν με οποιοδήποτε άλλο χρώμα εκτός από το κατάμαυρο της πορνείας και της Κατοχής.

Παρέμεινε, λοιπόν, ατάραχη και στη συνέχεια δήλωσε έτοιμη να αλλάξει θρήσκευμα και υπηκοότητα γνωρίζοντας πως, στη δική της περίπτωση, καμιά θυσία δεν ήταν θυσία και κανένα δίλημμα δεν ήταν δίλημμα εφόσον εξασφάλιζε την παραμονής της στην γη της Επαγγελίας.

Friday, January 23, 2015

Η Σιμέλα και το καταραμένο φίδι

Στα νιάτα της, υπήρξε μια μικροσκοπική, αεικίνητη γαλανομάτα με ξανθά μαλλιά, κόρη Αθηναίου κτηνοτρόφου, από αυτούς  που έβοσκαν τα κοπάδια τους κάτω από τον Ακρόπολη κουκουλωμένοι με ανάρριχτες τρίχινες κάπες.
Μια αποφράδα μέρα, στα έξι της, καθώς έπαιζε στον κήπο του πατρικού της στην Πλάκα, άρχισε να στριγγλίζει τη φράση «ένα ποντικάκι, ένα ποντικάκι». Η τρομοκρατημένη από τις φωνές μάνα της τη βρήκε λίγο αργότερα να σκαλίζει με μια κληματόβεργα το άψυχο σώμα ενός γκριζωπού φιδιού. Η μικρή στεκόταν με καμάρι δίπλα του και ισχυριζόταν, με απόλυτη σιγουριά, πως επρόκειτο για ένα ποντίκι που προσπαθούσε να μπει στο σπίτι για να «φάει τα στρώματα». Ο «φιδοπιάστης», ο οποίος κατέφθασε στο σημείο ειδοποιημένος, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, από την οικογένεια, περιορίστηκε στο να επιβεβαιώσει τον θάνατο του φιδιού, να τοποθετήσει το πτώμα σε  ένα γυάλινο μπουκάλι γεμάτο καθαρό οινόπνευμα και στη συνέχεια να το περιφέρει στις γειτονιές, ενημερώνοντας τους κατοίκους για το σημείο και τον τρόπο με τον οποίον είχε σκοτωθεί.
Παραδόξως, η  Συμέλα, ήταν ένα από τα ελάχιστα κορίτσια που φοιτούσαν εκείνη την εποχή στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, καθώς ο πατέρας της, μισώντας την μειονεκτική θέση στην οποία τον καταδίκαζε ο αναλφαβητισμός του, επέμενε να την εγγράφει εκεί μέχρι την αποφοίτησή της.  Έτσι, η ιστορία του φιδιού δεν άργησε να φθάσει στα αυτιά του δασκάλου της, ο οποίος, έκρινε σκόπιμο να τη σηκώσει στον πίνακα και να τη συγχαρεί μπροστά σε όλη την τάξη, παρομοιάζοντας το κατόρθωμά της με τον άθλο του Ηρακλή. Αμέσως μετά, όλοι στο σχολείο, άρχισαν να τη φωνάζουν Ηρακλίνα, Ηρακλεία, Ηρακλίτσα Ηρακλιά και Ηράκλαινα, ανάλογα με το πώς ερχόταν στον καθένα. Κατόπιν τούτου, η κοπέλα μετάνιωνε πικρά την ώρα και τη στιγμή που η μοίρα την είχε φέρει αντιμέτωπη με το καταραμένο φίδι, καθώς η συνάντηση αυτή της είχε κοστίσει το όμορφο όνομά της. Για τον λόγο αυτό, δεν δίσταζε, με κάθε ευκαιρία, να επιβεβαιώνει τη φήμη της καταχερίζοντας όσους τολμηρούς συνομηλίκους της έκαναν το λάθος να την προσφωνούν με το παρατσούκλι της.
Στα δεκάξι ερωτεύτηκε τα μελωδικά γαλλικά ενός ευγενικού νεαρού, ο οποίος ξόδευε τον περισσότερο χρόνο του βολτάροντας μπροστά στο παράθυρό της, ντυμένος με το κομψότερο κοστούμι που είχε δει στην ζωή της και κρατώντας στα χέρια του ένα από εκείνα τα  ψαθάκια  με την ετικέτα ΠΙΛ – ΠΟΥΛ γαζωμένη στο εσωτερικό τους. Αν εξαιρέσει κανείς το ελληνικής κατασκευής καπέλο του, η φροντισμένη εμφάνιση του δανδή οφειλόταν, κυρίως στην προνοητικότητα του. Γιατί, λίγο  πριν από την επιστροφή του στην Ελλάδα, έχοντας πλέον πατημένα τα είκοσι, αποφάσισε να επενδύσει τις οικονομίες του στην αγορά μιας καθώς πρέπει αμφίεσης. Για τον λόγο αυτόν τόλμησε να διαβεί το κατώφλι ενός από τους ακριβότερους παριζιάνικους οίκους μόδας της εποχής και να ακουμπήσει εκεί και το τελευταίο του νόμισμα.
Μερικά χρόνια πριν, στα δώδεκα, ο Στέργιος είχε ακολουθήσει τους γονείς του σε μια βιαστική μετεγκατάσταση στη πόλη του φωτός. Η οικογένεια θα συναντούσε εκεί έναν μακρινό συγγενή, ο οποίος είχε ήδη εξασφαλίσει στον πατέρα του μια θέση εργασίας σε κάποιο δημόσιο έργο. Όταν ο σύζυγός της πέθανε από καρδιακή προσβολή, δουλεύοντας με εξαντλητικούς ρυθμούς για να τα βγάλει πέρα, η μητέρα του Στέργιου αναγκάστηκε να γίνει καμαριέρα σε ξενοδοχείο και ο ίδιος, παράλληλα με το σχολείο, να δουλεύει λαντζιέρης σε εστιατόριο. Με αυτόν τον τρόπο, οι δυο τους, προσπάθησαν μάταια, εκτός από το να βιοποριστούν, να συγκεντρώσουν χρήματα για να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Αφού τους άφησε να ταλαιπωρηθούν, απολαμβάνοντας τη σπαραξικάρδια αλληλογραφία  με την κόρη της, η σκληρόκαρδη γιαγιά του Στέργιου, η μητέρα της μητέρας του, αποφάσισε να τη συγχωρέσει για τον αποτρόπαιο γάμο της και να της στείλει τα έξοδα του πολυήμερου ταξιδιού της επιστροφής.
Τα πρώτα χρόνια, αμέσως μετά την επιστροφή του, έχοντας εξασφαλίσει ένα πενιχρό χαρτζιλίκι, με το οποίο η γιαγιά του τον δωροδοκούσε προκειμένου να την επισκέπτεται, ο Στέργιος προτίμησε να τα περάσει χαριεντιζόμενος σε ατέλειωτους περιπάτους κάτω από τις ακακίες της Πλατείας Συντάγματος, θαυμάζοντας τα χρωματιστά φορέματα των κυριών και παρακολουθώντας τις κινήσεις μιας μικροκαμωμένης ξανθιάς με πονηρό βλέμμα που κρυβόταν κάτω από το πλατύγυρο καπέλο της όσες φορές  τον συναντούσε. Εκείνη την εποχή ο επίσημος αθηναϊκός περίπατος συμπεριλάμβανε περάσματα από τις ανθισμένες κατοικίες της Λ. Πατησίων, συνεχιζόταν στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου και τις  σκονισμένες δενδροστοιχίες της Αμαλίας για να καταλήξει, ασυζητητί, στο αναψυκτήριο του Ζάππειο όπου, τις Κυριακές, μια στρατιωτική μπάντα έπαιζε μουσική, συγκαλύπτοντας το υπόγειο φλερτ και την ανταλλαγή επιστολών όταν η αμέλεια των κηδεμόνων το επέτρεπε.  Στις περιπτώσεις που κατάφερνε να συναντήσει τη Συμέλα για να ανταλλάξει μαζί της μερικές λέξεις και να της αποσπάσει όρκους αιώνιας πίστης, ο Στέργιος κατέληγε, παραιτημένος από κάθε άλλη δραστηριότητα, να ονειροπολεί σε κάποιο από τα παγκάκια της Πλατείας. Διαφορετικά, η λατρεία του για την μικρή πλακιώτισσα τον οδηγούσε κατά καιρούς σε παράτολμες πράξεις. Στην αρχή περιοριζόταν σε βόλτες μπροστά από το παράθυρό της οδού Γκούρα, αλλά, καθώς ο καιρός περνούσε, βουρλισμένος από έρωτα, άρχισε να πιάνει στασίδι στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου για την κυριακάτικη λειτουργία, ρίχνοντας πονεμένα βλέμματα στη μικροκαμωμένη δεσποσύνη, που μουρμούριζε τις ένοχες προσευχές της δίπλα στην μητέρα και τις φίλες της.  Άλλες φορές, περνώντας μπροστά από το παράθυρό της σιγομουρμούριζε περιπαθώς το «Πρωίαν σε είδον» και, στο τέλος, ένα Σαββατόβραδο, όταν η Συμέλα τον ειδοποίησε ότι την επόμενη επρόκειτο να φύγει για εκδρομή με την οικογένειά της, εκείνος αποφάσισε να την ακολουθήσει πάση θυσία. Για τον λόγο αυτόν, χρειάστηκε να πληρώσει ολόκληρο το επίδομά του στον διάσημο ιταλό ποδηλάτη σινιόρ Τζουζέπε Ταβαρίνι, που, εκείνη την εποχή, συνήθιζε να διασχίζει καθημερινά το αθηναϊκό νυφοπάζαρο, ντυμένος με καρό κοστούμι και ασορτί τραγιάσκα και πραγματοποιώντας επιδέξιους ελιγμούς ανάμεσα στους περιπατητές. Η συμφωνία κλείστηκε ύστερα από σύντομες διαπραγματεύσεις, στο τέλος των οποίων, ο Στέργιος είχε μισθώσει το παράξενο όχημα για μια ολόκληρη ημέρα.
Εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό, λοιπόν, ο γέρο Τσέλιγκας είχε επιβιβάσει την οικογένειά του στην καρότσα του κάρου του, ανάμεσα σε ψάθινα καλάθια γεμάτα τρόφιμα, ανυπότακτα καπέλα και φωνούλες γυναικών που τρελαίνονταν για την αρμύρα και το θαλασσινό αεράκι του Φαλήρου. Ο πάτερ φαμίλιας καθόταν στη θέση του αμαξά, δίπλα στον συνοφρυωμένο γιό του, γερμένος προς τα εμπρός, με τον αγκώνα του χεριού που κρατούσε το χαλινάρι ακουμπισμένον πάνω στο δεξί γόνατο και τις πτυχές της φουστανέλας του να σουρώνουν ανάμεσα στα μισάνοιχτα σκέλια του. Λίγο πιο πίσω, ντυμένος με ταξιδιωτικό κοστούμι και με το ψάθινο πιλ πουλ σφηνωμένο γερά στο κεφάλι του, ο Στέργιος ποδηλατούσε ακούραστος έχοντας φροντίσει να προμηθευτεί κατάλληλες προστατευτικές γκέτες για τα μπατζάκια του, ριγωτό σακίδιο για τρόφιμα και νερό και τα απαραίτητα συρμάτινα ματογυάλια με τα κατάμαυρα κρύσταλλα. Στην αρχή, τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά καθώς ο νεαρός ακολουθούσε το κάρο από ασφαλή απόσταση πιστεύοντας ότι παρέμενε αθέατος. Η βεβαιότητα του αυτή διαψεύστηκε τη στιγμή που η βροντώδης φωνή του Τσέλιγκα έδωσε εντολή στα άλογα να σταματήσουν επιτόπου. Ο γέρος κατέβηκε και πλησίασε τον λιμοκοντόρο με το γελοίο ποδήλατο διατάζοντάς τον να δηλώσει τα στοιχεία του, για να ξεκαρδιστεί στη συνέχεια, ακούγοντας την τρεμουλιαστή φωνή του Στέργιου να ανταποκρίνεται. Έχοντας απέναντί του τον τεράστιο φουστανελοφόρο να ξεκαρδίζεται, χτυπώντας τις παλάμες στους μηρούς του και δείχνοντάς τον με το δάχτυλο, ο Στέργιος τα χρειάστηκε προς στιγμήν. Αμέσως μετά όμως το δάχτυλο του γέρου άρχισε να στοχεύει την κόρη του πάνω στην καρότσα ρωτώντας την, ανάμεσα σε γέλια, «αυτόν μωρέ θέλεις να παντρευτείς;» και ξεσπώντας ακόμα χειρότερα μετά τη θετική απάντηση της κοπέλας.
Και βεβαίως, όσο  μεγάλη κι αν ήταν η αδυναμία του γέροντα για την κόρη του, τα πράγματα με τον Στέργιο δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Εφόσον, ξεκινώντας το μακρύ ταξίδι του προς τη μνήμη, ο μυστακοφόρος γέροντας είχε περάσει τα εφηβικά του χρόνια στον ίσκιο δεκάδων σκληροτράχηλων επανιδρυτών της ερειπωμένης Αθήνας. Για την ακρίβεια όλοι αυτοί οι αγριωποί γεννήτορες, αφιχθέντες ή επαναπατρισθέντες στην αττική γη αμέσως μετά την ίδρυση του κράτους, οι κατασκευαστές των πρώτων πέτρινων χαμόσπιτων, στην τοιχοποιία των οποίων μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει διάσπαρτα κιονόκρανα ή αρχαία δομικά σπαράγματα, ήταν πατεράδες, θείοι, γείτονες και τακτικοί θαμώνες της απαρασάλευτης, σχεδόν αιώνιας πατρογονικής εστίας στην οδό Γκούρα. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια μακρυμάλλικη γενιά αγροίκων και ξεροκέφαλων ανδρών, τόσο αδιάλλακτων όσο και ένα ντουβάρι, καθώς,  στην πρώτη τους νιότη,α αφού τακτοποίησαν τους λογαριασμούς τους με τον Τούρκο, ξέμπλεξαν μια ώρα αρχύτερα με τον ψαλιδόκωλο Κόντε Καποδίστρια και ύστερα, οι πιο επιτήδειοι, όσοι δηλαδή γλίτωσαν από φίλιες μαχαιριές, φυλακίσεις και συνωμοσίες, άρχισαν να κουβαλούν φαμίλιες κι άρματα στα κατσάβραχα της καινούργιας πρωτεύουσας και να χτίζουν εκεί φτενά ξωκλήσια για να στεγάσουν οστά προγόνων και ιερά εικονίσματα, την ώρα που ο λαός τραγουδούσε με δέος «ω λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου», αναγκάζοντας μέλη της βαυαρικής αυλής, κλήρο, φαναριώτες και μετριοπαθείς πρώην δημογέροντες να παραμερίζουν με σεβασμό, υποκλινόμενοι στα μυθικά ασημοκέντητα καριοφίλια της κλεφτουριάς που κουβαλούσαν αυτοί οι αψίκοροι στα σελάχια τους. Οδεύοντας προς ένα τιμημένο γήρας, άρχισαν να στοιχειώνουν τα πεζούλια της Πλάκας, με τα μαλλιά λιτά στους ώμους, τις μακριές γκριζωπές φουστανέλες να λιμνάζουν ανάμεσα στα σκέλια τους και το βλέμμα τους καρφωμένο στο άπειρο, όμοιοι με ιερά τοτέμ, που οι περαστικοί κοντοστεκόταν ασυναίσθητα για να τα προσκυνήσουν. Οι πιο φημισμένοι, κυνηγημένοι κατά καιρούς, αλλά στην πλειοψηφία τους ευκατάστατοι, έχοντας εξασφαλίσει όση γη μπορούσαν να διαφεντέψουν με το πέταγμα μιας πέτρας, σύχναζαν στο παλάτι, μισούσαν τους Βαυαρούς και στραβοκοίταζαν σαν κακές πεθερές την παρθένα βασίλισσα επειδή αργούσε να τεκνοποιήσει. Ο Τσέλιγκας, έφηβος τότε, καθισμένος στο περβάζι του Καφενείου των Αγωνιστών της οδού Αιόλου τους είχε προλάβει  να αφηγούνται άθλους και κατορθώματα, ντυμένοι με βαριές φορεσιές, χρυσοκέντητες φέρμελες, σελάχια με μυστικές θήκες και πυκονοστολισμένες περικνημίδες. Τους θυμόταν να μιλούν για πολιτική και να παίζουν την «πρέφα των αγωνιστών» περιτριγυρισμένοι από παραγιούς, υπεύθυνους για την ανάγνωση των εφημερίδων και την τροφοδοσία ναργιλέδων και τσιμπουκιών, να σέρνουν τον βαρύ τους ίσκιο σε γιορταστικές λειτουργίες και εθνικές γιορτές, λιγοστεύοντας χρόνο με τον χρόνο, αποχαιρετώντας τον κόσμο και δίνοντας τη θέση τους σε καθώς πρέπει φραγκοραμένους μαθημένους να  απολαμβάνουν «γεύματα καθιστά με πιρούνι».
Πολλά χρόνια μετά, οι χαμένοι αυτοί γίγαντες κατοικούσαν τη μνήμη του καθώς γερνούσε ανάμεσα στα ταχέως εξαφανιζόμενα κατσάβραχα του νεκραναστημένου αττικού χωριού, έχοντας προλάβει να βολτάρει σε φρεσκοχαραγμένους χωμάτινους δρόμους, φωτισμένους με το λειψό φως των πρώτων δημοτικών λαδοφάναρων και προσφάτως οικοδομημένα δημόσια κτήρια. Τους θυμόταν σαστίζοντας μπροστά στα υπαίθρια καμώματα ιταλών μπουλουκτσίδων και τσιρκολάνων, πρεσβευτών των θαυμάτων του σύγχρονου κόσμου ή ξεδιάντροπων πριμαντόνων με γυμνούς αστραγάλους και ξεσκέπαστα στήθια ανεβασμένων σε πρόχειρα σανιδένια παλκοσένικα. Τους συναντούσε καθισμένους σε κάποια απόμερη γωνία ενός επαναλαμβανόμενου εφηβικού  ονείρου, στο κέντρο του οποίου, η αμαζόνα βασίλισσα διέσχιζε έφιππη την πλατεία με τις δεντροστοιχίες έξω από το ανάκτορο, περιστοιχισμένη από υπασπιστές και κυρίες επί των τιμών. Ή στην καρδιά μιας σκονισμένης παιδικής ανάμνησης με θέμα  την πρώτη υπηρεσία ιππήλατων ταξί που μετέφερε «βιζαβί» τους επιβάτες της. Άλλες φορές, τους ανέσυρε καθώς επεξεργαζόταν εκείνα τα παράξενα ξύλινα κουτιά που έπαιζαν μουσική εγκατεστημένα στις πλάτες γυρολόγων μουσικάντηδων ή ακουμπισμένα σε βιτρίνες και μπουφέδες. Και, τέλος, λίγο πριν τη δύση του συναρπαστικού αιώνα, τους ένιωσε δίπλα του τρομερούς κι ολόρθους να κραδαίνουν το σπαθί, όσο διαρκούσε ο ακήρυχτος πόλεμος των τριάντα ημερών ή ο απόηχος του νικηφόρου βαλκανικού έπους. Κι ενώ εξακολουθούσε να βόσκει τα πρόβατά του, στη μέση ενός κόσμου που έτρεχε δίπλα του με την ταχύτητα του φωτός, ο τελευταίος φουστανελοφόρος των Αθηνών, πλησιάζοντας προς τη δύση της ζωής του, χρειάστηκε να συγκεντρώσει την ενέργεια του γέρικου μυαλού του για να περιεργαστεί εκείνο το εξωτικό πτηνό με το μεσάτο κοστούμι και τα σκούρα ματογυάλια, που επρόκειτο να γίνει γαμπρός του.
Παρόλα αυτά, ο γάμος της Συμέλας με τον Στέργιο έγινε, ύστερα από έναν μικρής διάρκειας αρραβώνα, τις παραμονές της αναχώρησης του δεύτερου για την Μικρασία. Η τελετή επισπεύστηκε λόγω των δραματικών εξελίξεων, παρά το γεγονός ότι ο μυστακοφόρος πεθερός, επιχειρώντας να ιππεύσει τον Αλογά του, κατάφερε να αποκόμισε ένα σοβαρό κάταγμα στη λεκάνη του, εξαιτίας του οποίου, αφού καθηλώθηκε  για μήνες στο κρεβάτι, αντιμετώπισε μια ραγδαία επιδείνωση της υγείας του και οδηγήθηκε τελικά στον θάνατο. Αυτός ο απρόσμενος χαμός σηματοδότησε τη μεταβίβαση της κυριότητας μιας μεγάλης πατρογονικής έκτασης στον πρωτότοκο γιό του, τον Δράκο.
Αυτός ο τελευταίος ήταν ένας γεροδεμένος νεαρός με μια ελαφριά αναπηρία στο δεξί πόδι, η οποία τον απάλλασσε από την υποχρέωση της στράτευσης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δούλευε νυχθημερόν  στο τυροκομειό και στις στάνες του πατέρα του, επέστρεφε σπάνια στο πατρικό, κυρίως για τις γιορτές ή τις μεγάλες αργίες, και κοιτούσε τους ανθρώπους με το τρομοκρατημένο ύφος κάποιου που δεν έχει συνηθίσει να ζει ανάμεσά τους. Παρόλα αυτά, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα, μετά τον θάνατο του πατέρα του,  αποφάσισε να αλλάξει δραστικά τη ζωή του.  Πρώτα πούλησε τις στάνες και στη συνέχεια το τυροκομειό και με τα χρήματα που συγκέντρωσε, εγκαταστάθηκε στο σπίτι, έραψε δυο καλά κοστούμια κι άρχισε να συχνάζει στις ταβέρνες, εξερευνώντας την έντονη ροπή του προς το ποτό και τη χαρτοπαιξία. Πολύ σύντομα, αυτή η τελευταία, προκάλεσε απώλειες στην οικογένεια καθώς ο Δράκος, χάνοντας όλα του τα χρήματα, και προσπαθώντας απελπισμένα να ρεφάρει, άρχισε να παίζει κομμάτι κομμάτι την πατρική γη.
Εκείνη την εποχή, η νιόπαντρη Συμέλα, αφού φωτογραφήθηκε με το καλό της φόρεμα και με τον σύζυγό δίπλα της ντυμένον στο χακί, συνειδητοποιούσε ότι το μέλλον της θα διαγραφόταν μελανό αν αποφάσιζε να το εγκαταλείψει στα χέρια του αδερφού της, καθώς η  οικονομική κατάσταση του άντρα της μπορούσε επιεικώς να χαρακτηριστεί δραματική. Έβαλε λοιπόν ταβερνιαραίους και γκαρσόνια να την ειδοποιούν όταν ο Δράκος, αφού βαριόταν την οινοποσία και τα βιολιά, στρωνόταν στην πράσινη τσόχα για να δοκιμάσει την τύχη του. Και, κάθε φορά που έφθαναν στα αυτιά της τέτοια ανησυχητικά νέα, έτρεχε επιτόπου να πλευρίσει όσους τζογαδόρους κατάφερναν να αποσπούν χωράφια από τον αδερφό της. Τους πλήρωνε με τα χρήματα ενός εύπορου αδερφού του πατέρα της, πείθοντας τη μητέρα της να συνηγορήσει υπέρ του εγχειρήματος και τάζοντας λογικό επιτόκιο σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια, φρόντιζε να παίρνει την κυριότητα της συγκεκριμένης έκτασης από τον γεμάτο ενοχές αδερφό. Η ιστορία αυτή διήρκεσε μέχρι την επιστροφή του Στέργιου από το μέτωπο και απέδωσε τη διάσωση του μεγαλύτερου μέρους της  περιουσίας.
Στο μεταξύ, ο θείος είχε αρχίσει να δυσανασχετεί, καθώς αδυνατούσε να φανταστεί με ποιον τρόπο η Συμέλα θα κατάφερνε να τον ξεπληρώσει. Υποκινούμενη από ένα ισχυρό ένστικτο  αυτοσυντήρησης, έβαλε τότε σε εφαρμογή το τελευταίο Ηράκλειο κόλπο της, προτού εγκαταλείψει τον κόσμο των ανδρών για να αφοσιωθεί στο νοικοκυριό της.  Στρώνοντας τον δρόμο για τον άντρα της έπεισε τον θείο να επενδύσει ακόμα περισσότερα για την ανακαίνιση ενός παλιού οικήματος, που η οικογένεια χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως αποθήκη ζωοτροφών. Επρόκειτο για έναν δίκαιο συνεταιρισμό, στον οποίο ο θείος συνεισέφερε χρήματα και ο Στέργιος γνώσεις.
Η προσφάτως ανακαινισθείσα αποθήκη ζωοτροφών ήταν ένα από τα πρώτα κέντρα αναψυχής στην μετά την Καταστροφή αιμορραγούσα πόλη, που, εκείνη την εποχή, υποδεχόταν κουρελιασμένους φαντάρους και γέμιζε τις συνοικίες της με παράγκες για να φιλοξενήσει την προσφυγιά της απέναντι όχθης. Έχοντας  διασχίσει την εχθρική ενδοχώρα της Μικράς Ασίας για να φθάσει στις ακτές, ο Στέργιος καταλάβαινε πως, σύντομα, πλούσιοι και φτωχοί θα βιάζονταν να αφήσουν πίσω τους τον θάνατο ή τουλάχιστον θα το επιχειρούσαν. Αξιοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα τελευταία χρήματα του συνεταίρου του, κατάφερε να στήσει μια μικρή, αλλά προσεγμένη, αίθουσα. Στη συνέχεια, αφιέρωσε χρόνο για να εκπαιδεύσει το προσωπικό, ξεπατικώνοντας φερσίματα γάλλων σερβιτόρων, παραδίδοντας ταχύρυθμα μαθήματα κουτσογαλλικών και ντύνοντας με σμόκιν και λιβρέες τους πιο ευπαρουσίαστους νερουλάδες και αμαξάδες που κατάφερε να ανακαλύψει. Ύστερα, φρόντισε να βρει μια καλή ορχήστρα ευρωπαϊκής μουσικής και μια ευπαρουσίαστη τραγουδίστρια, ντυμένη με βραδινό φόρεμα, ικανή να τραγουδά ξέγνοιαστα "Τα καημένα τα νιάτα" και τα υπόλοιπα τραγούδια του Αττίκ.
Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, αποφάσισε να αφήσει τη φροντίδα της αίθουσας στα χέρια του συνεταίρου του και κλείστηκε στην κουζίνα για να ετοιμάσει τις συνταγές του, χάρη στις οποίες, τα επόμενο διάστημα κέρδισε την προτίμηση εκλεκτής πελατείας.
Σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, ο θείος είχε εισπράξει ακέραιο το δάνειο προς τη Συμέλα, παραιτούμενος από τους τόκους, γεγονός που σήμαινε πως ο Στέργιος μπορούσε πλέον να αποκομίζει μηνιαίο εισόδημα.
Στο μεταξύ, στο σπίτι στην Πλάκα, η Συμέλα, είχε ιδρύσει το νοικοκυριό της, αδιαφορώντας παντελώς για τους γαλλικούς νεωτερισμούς του άντρα της, αλλά περιβάλλοντας τον ίδιο με σεβασμό που άγγιζε τα όρια του δέους. Παρά την καθοριστική παρέμβασή της για το άνοιγμα του εστιατορίου, αρνιόταν πεισματικά να πατήσει το πόδι της εκεί, θεωρώντας πως επρόκειτο για έναν τόπο γεμάτο πειρασμούς, στον οποίο μια καλή χριστιανή δεν είχε θέση. Για παρόμοιους λόγους αρνήθηκε να συνοδεύσει τον άντρα της στην Γαλλία, όταν εκείνος αποφάσισε να ανανεώσει τον εξοπλισμό και την επίπλωση της επιχείρησης. Αμέσως μετά την επιστροφή του, μάλιστα, η Συμέλα κατέληξε να σταυροκοπιέται, κοιτώντας με αποτροπιασμό  τα παράξενα εσώρουχα που της είχε φέρει ο από εκείνη τη διαβολική πόλη.
Κατά τα άλλα, η ζωή στο ακμάζον νοικοκυριό της ήταν μια καθημερινή κοπιαστική επιχείρηση, που ξεκινούσε νωρίς το πρωί και τελείωνε με προσευχές και μετάνοιες, μπροστά στα εικονίσματα της κρεβατοκάμαράς της. Διατηρούσε σε άψογη κατάσταση το σπίτι των γονιών της, μαγείρευε εντατικά το συνταγολόγιο με το οποίο την είχε προικίσει η μητέρα της, αρνούμενη να το εμπλουτίσει, τάιζε απόρους και αδέσποτα, φρόντιζε για τον ευπρεπισμό των ρούχων του συζύγου και του αδερφού της και για τη διάσωση της ψυχής, κυρίως, του δεύτερου.
Ο ετήσιος ημερολογιακός κύκλος της, στον οποίο είχε αφοσιωθεί με προσήλωση, ήταν διανθισμένος με ποικιλία οικιακών εργασιών, «για να λειτουργεί το σπίτι», επανερχόμενων με μια αδιάκοπη περιοδικότητα, η οποία τη βοηθούσε να νιώθει ασφαλής. Εκτός από τις τρέχουσες δουλειές, υπήρχαν συγκεκριμένες ημερομηνίες για το στρώσιμο και το μάζεμα των χαλιών, το γυάλισμα των μπακιριών και των μπρούντζων, το φρεσκάρισμα των ρούχων, την παρασκευή των γλυκών, το τρίψιμο των πατωμάτων, το άσπρισμα και το κλάδεμα του κήπου. Κατά τα άλλα τον χρόνο της γέμιζαν άπειρες ώρες πλεξίματος και κεντήματος, εντατική παρακολούθηση λειτουργιών, όρθρων, εσπερινών και συγκεκριμένες ημέρες νηστείας.
Αυτές οι πολύπλοκες λατρευτικές διαδικασίες απέφεραν λογής λογής «ευλογημένα» αντικείμενα που έσωζαν από όλα τα κακά. Όπως, παραδείγματος χάριν, μικρά πάνινα φυλαχτά, τα οποία φρόντιζε να ράβει στα πουκάμισα του άσωτου Δράκου, ή «διαβασμένα» κομποσκοίνια που κατέληγαν στις τσέπες του  Στέργιου και χάρτινες εικονίτσες αγίων, με τις οποίες εφοδίαζε τα στριφώματα των φορεμάτων της ή τις φόδρες των παντελονιών των αρσενικών του σπιτιού. Αυτές οι τελευταίες χρησιμοποιούνταν εναντίον της βασκανίας, της γλωσσοφαγιάς, της κακοτυχίας ή έλυναν μάγια, για την αντιμετώπιση των οποίων, εκείνη αφιέρωνε ένα μεγάλο μέρος της ενέργειάς της. Το υπόλοιπο το εξαντλούσε σε ενδελεχή έρευνα στα καταστήματα της πόλης η οποία, εκτός από την τακτική προμήθεια μπαχαρικών, υφασμάτων, τροφίμων, υλικών κεντήματος και αλληλογραφίας, αφορούσε την αγορά  σκευασμάτων κλεισμένων σε μπουκαλάκια από καφέ γυαλί με λουλουδάτες ετικέτες πάνω στις οποίες αναγράφονταν ονόματα όπως Σωσίτριχον, Τριχοθρεψίνη και Σωσοδοντίνη. Τα πικρά και δύσοσμα αυτά καταπότια, τα οποία προμηθευόταν, ως επί το πλείστον, από τον οίκο Δημητρίου Μποτσαράκου στην οδό Βουλής, εμπλούτιζαν με τις σταγόνες τους το καθημερινό της μαγείρεμα, αποσκοπώντας, εν αγνοία τους, στην βελτίωση της υγείας των μελών της οικογένειάς.
Σε κανονικές συνθήκες στην ατμόσφαιρα του σπιτιού της Πλάκας επικρατούσε ένα μείγμα μυρωδιών, με βασικά συστατικά το σαπούνι και τον φρέσκο ασβέστη. Κατά τόπους όμως, οι μυρωδιές παράλλαζαν ανάλογα με το σημείο και την περίσταση. Τα μπαούλα με τα ασπρόρουχα μύριζαν λεβάντες και μοσχολέμονο, τα χαλιά είχαν τη στυφή μυρωδιά του ξυδιού, οι λευκές κουρτίνες με τα κοφτά κεντήματα ήταν ποτισμένες με λουλάκι, τα ταψιά και τα τσουκάλια έλαμπαν στα ράφια τους γυαλισμένα με μπράσο  και στον κήπο κυριαρχούσαν ευωδιές από δεντρολίβανα και αγιοκλήματα. Όμως, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, όλα αυτά σκεπάζονταν από ένα βαρύ και λιγωτικό άρωμα λιβανιού, που καιγόταν τσιτσιρίζοντας πάνω σε μεγάλα Κωνσταντινοπολίτικα καρβουνάκια, καθώς, η οικοδέσποινα κυκλοφορούσε στο σπίτι κρατώντας ένα θυμιατό από μπακίρι και μουρμουρίζοντας προσευχές και ψαλμωδίες. Συχνά πυκνά, κατά τη διάρκεια αυτών των διαδρομών, σκόνταφτε πάνω στον Δράκο και, με την ευκαιρία, τον σταύρωνε κάνοντάς του νόημα να προσκυνήσει.
Ένα τέτοιο απόγευμα, μπαίνοντας με το θυμιατό στο δωμάτιό του, τον βρήκε να κοιμάται και πρόσεξε πάνω στο κομοδίνο του το κακάσχημο αγαλματάκι ενός χοντρού άντρα με παράξενα ρούχα και ξεσκέπαστη κοιλιά. Η Συμέλα πίστεψε πως επρόκειτο για κάτι δαιμονικό και βγήκε βιαστικά, φροντίζοντας να ρωτήσει την επόμενη τον Δράκο περί τίνος επρόκειτο. Εκείνος της απάντησε πως ο άντρας ήταν Θεός και τον έλεγαν Βούδα. Τον ρώτησε τότε «τίνος θεός είναι ο Βούδας» και ο Δράκος απάντησε πως δεν ήξερε και πως είχε κάνει «αλισιβερίσι» με έναν ναυτικό για να το αποκτήσει επειδή του «άρεζε».
Λίγο αργότερα, πριν προλάβει καλά καλά να ξεπορτίσει ο αδερφός της, έσπευσε στο δωμάτιό του για να πάρει το άγαλμα και να το κλείσει στα κατάβαθα ενός ντουλαπιού στην αποθήκη. Εκείνη τη νύχτα, όμως, ο Βούδας εμφανίστηκε στον ύπνο της αιωρούμενος, ζωντανός, δείχνοντας  με τον δάχτυλο του δεξιού χεριού του προς το μέρος της και προφέροντας θυμωμένα τη φράση: «Να με θυμιάζεις κι εμένα».
Τα ξημερώματα, τρομοκρατημένη,  η Συμέλα απελευθέρωσε τον Βούδα και πρόσθεσε το θυμιάτισμά του στο θρησκευτικά της καθήκοντα.

Wednesday, January 18, 2012

Ρεβίθια με λεμόνι και πορτοκάλι

Το Ριφιφί
στον πατέρα μου

Δίπλα στα μάτια του ένα δεντράκι καλοσύνη/ανάμεσα στα φρύδια του ένα γεράκι δύναμη/κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά του/που δε σηκώνει τ' άδικο (Γιάννης Ρίτσος)


Τα Χριστούγεννα του 2011 ήταν τα χειρότερα της ζωής του. Ούτως ή άλλως δεν του άρεσαν ποτέ όλες αυτές οι συνεχόμενες αργίες. Ο  Μίλτος Ανατασιάδης  περνούσε συνήθως τις  γιορτές κλεισμένος μέσα, περιμένοντας υπομονετικά να τελειώσουν για να επιστρέψει στη ρουτίνα του. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, λόγω της κοινής ζωής με την Ζωζώ, οι συνήθειές του πήραν ν' αλλάζουν. Αμέσως μετά τη μίζερη Πρωτοχρονιά του 2011 όμως, η γυναίκα του παρατήρησε στο πρόσωπό του τη σκιά μιας μελαγχολίας. Κι ύστερα, γεμάτη ανησυχία, διαπίστωσε την τάση του να κλείνεται στον εαυτό του. Έπεσαν μάλιστα στην αντίληψή της μυστικές έξοδοι και περίεργα τηλεφωνήματα. Πέρα από τις όποιες υποψίες της, η αλήθεια είναι, πως εκείνα τα  Χριστούγεννα, ο Μίλτος συνειδητοποιούσε πια ξεκάθαρα την οργή του. 
Ήταν η εποχή που η παρέα Αναστασιάδη - Δαλακούρα, αντιμετωπίζοντας ήδη σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης λόγω πενιχρών εσόδων, βρέθηκε αντιμέτωπη και με τις επιπλέον οικονομικές απαιτήσεις του δημοσίου. Σαν κουρδιστό παιδικό παιχνίδι, φτιαγμένο για να κάνει μια και μοναδική δουλειά, αυτό το τελευταίο, άρχισε να ταχυδρομεί μανιωδώς λογαριασμούς, εκκαθαρίσεις, έκτακτες εισφορές, φόρους ακινήτων, ειδικά τέλη, τέλη κυκλοφορίας και χαράτσια με περίεργα ονόματα. Σε γενικές γραμμές, οι πομπώδεις ονομασίες διατύπωναν ένα και μοναδικό αίτημα: "στείλτε λεφτά".  Συνταξιούχοι, εργαζόμενοι αλλά και άνεργοι άνοιγαν φακέλους με οικονομικές απαιτήσεις των οποίων το άθροισμα ξεπερνούσε κατά πολύ τα μηνιαία έσοδα. Οι γέροι της παρέας του Μίλτου κοιτούσαν ο ένας τον άλλον σαν χαμένοι. Έφερναν  τα τρία δάχτυλα στο ύψος του κροτάφου και τα στριφογύριζαν εννοώντας "τους έχει στρίψει εκεί πάνω". Σε λίγο έγινε ξεκάθαρο πως κανείς από τους "εκεί πάνω" δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα, αφού ξαπόστειλαν τους υπέρογκους φόρους στα νοικοκυριά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Ή μάλλον έγινε ξεκάθαρο πως κανείς από τους "εκεί πάνω" δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για κανέναν από τους "εκεί κάτω". 
Εκτός από την έκτακτη εισφορά, η Κερασία Δαλακούρα έλαβε και τον φόρο ακίνητης περιουσίας για το ερείπιο του άντρα της μαζί με τους τρέχοντες λογαριασμούς. Μετά το αρχικό ξάφνιασμα, συνειδητοποίησε πως αν αποφάσιζε να πληρώσει έπρεπε  να κόψει το φαγητό για δύο μήνες. Το ίδιο και ο Μίλτος με την Ζωζώ. Ταυτοχρόνως τα δελτία ειδήσεων, αργά αλλά σταθερά, μετατρέπονταν σε δελτία ενοχής. Τρομοκρατημένοι Έλληνες, στημένοι στις οθόνες, άκουγαν τους εκφωνητές/πολυβόλα να τους γάζωναν  με τις φράσεις  του συρμού. Η επικαιρότητα μπορούσε πλέον να περιγραφεί με μια ντουζίνα λέξεις που επαναλαμβάνονταν σε όλες τις πιθανές εκδοχές τους: περικοπή, μείωση, έλλειψη, εισφορά, φόρος, τέλος, έλλειμμα, χρέος, χρεοκοπία, αυτοκτονία, λουκέτο, μέτρα, απόλυση, ανεργία,  ακρίβεια. 
Ο Μίλτος έβλεπε τους νοικοκυραίους να υποχωρούν. Να συρρικνώνονται κάτω από το βάρος μιας εκστρατείας συλλογικής ευθύνης σαν εκείνη την παλιά που, που μέχρι πρόσφατα τον επισκεπτόταν μόνο στους εφιάλτες τους. Η κατάσταση χειροτέρευε μέρα με την ημέρα. Πανικός στους καναπέδες, φόβος και τρόμος στα σαλόνια! Τα λογίδρια των παραθύρων εκσφενδονίζονταν στην καρδιά των νοικοκυριών από ατσαλάκωτους  εκφωνητές των οποίων την αξιοπιστία δεν τολμούσε κανείς να αμφισβητήσει. Ο Μίλτος ήταν σίγουρος πως, σε κάποιο μακρινό μέλλον, θα χυνόταν μελάνι για όλους αυτούς τους τύπους και τα "ενημερωτικά" δελτία τους. Ο ίδιος δεν έδινε δεκάρα για τα χρήματα που έχανε. Ούτε η τηλεοπτική τρομοκρατία, ούτε οι καθυστερήσεις στην πληρωμή των λογαριασμών του, ούτε οι ελλείψεις σε τρόφιμα και είδη ρουχισμού τον πτοούσαν. Παρατηρούσε όμως γύρω του τους ανθρώπους γεμάτος ανησυχία. Τους έβλεπε να στήνονται στις ουρές για το συσσίτιο, να απλώνουν στρωσίδια  στις στοές της πόλης για να βγάλουν τη νύχτα, να σκαλίζουν κάδους για να βρουν τροφή, να αφήνουν πεινασμένα βρέφη σε σκαλοπάτια ή να στρέφουν την κάνη του περιστρόφου στον κρόταφο. Αυτές, λοιπόν, οι νικημένες, οι χωρίς ελπίδα ψυχές των δικών του και των φίλων του τον έκαναν να σκύβει το κεφάλι.  
Όχι,  δεν τους λυπόταν! Δεν ήταν καθόλου πονόψυχος. Αντιθέτως θύμωνε. Για την ακρίβεια  ήταν έξω φρενών. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως αυτός ο λαός, μετά τα χουνέρια του παρελθόντος, δεχόταν κυβέρνηση χωρίς εκλογές, πως υπέμενε τα πάνδεινα χωρίς αντίδραση, πως ξανατάιζε το Γερμανικό θηρίο και  πως δεν κατάφερνε να δικάσει κανέναν από τους υπεύθυνους για την καταστροφή. Δεν το χώνευε με τίποτα πως η δική του γενιά - οι καλύτεροι άντρες και γυναίκες  της σύγχρονης Ελλάδας (έτσι πίστευε) – θα βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση στα γεράματα.  Οι δικοί μου - σκεφτόταν  - ήταν αντάρτες από τα γεννοφάσκια τους. Όχι μαμόθρεφτα του Χρηματιστηρίου. Είχαν φτύσει αίμα στα βουνά και στα ξερονήσια. Είχαν ξεροσταλιάσει στις ξενιτιές, νηστικοί και ξυπόλυτοι, για να ξαναχτίσουν τη χώρα. Την είχαν σηκώσει στους ώμους βάζοντας το κεφάλι κάτω και δουλεύοντας σκυλίσια, αδιαμαρτύρητα μέχρι τα βαθιά γεράματα. Και την είχαν παραδώσει ατόφια στους επόμενους. Ατόφια! Με θυσίες και με το αίμα της καρδιάς τους! 
Έτριζε ασυναίσθητα τα δόντια και μούγκριζε σαν θυμωμένος λύκος κάθε φορά που τα σκεφτόταν όλα αυτά. Ατόφια! Για να την οδηγήσουν στα βράχια  κάτι νωθρά, μοσχοαναθρεμένα λαμόγια.  Όταν ήταν  νεότερος ταυτιζόταν με εκείνον τον στίχο του Σαββόπουλου «πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία και με τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό. Τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία, μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική». Αυτή, λοιπόν, η τσογλανοπαρέα είχε φουντάρει τη χώρα και δεν είχε πια χρόνο για κριτική, γιατί έτρεχε να κρυφτεί από τα γιαούρτια και τα αυγά. 
Αλλά το πράγμα δεν πήγαινε άλλο. Ο Μίλτος δεν άντεχε να βλέπει τον αίμα του γέρου του να πηγαίνει στράφι. Έπρεπε να γίνει κάτι μεγάλο. Κάτι που θα ταρακουνούσε τους Έλληνες, που θα τους ξυπνούσε από τη νάρκη και την αυτολύπηση. Και το είχε βρει αυτό το κάτι και ήξερε ακριβώς τι του έμενε  να κάνει. Την ιστορία για τη δωρεά την ήξερε από το 1949, τότε που παιδιά δεκαοχτάχρονα - αυτός κι η φίλοι του - είχαν επισκεφτεί την έκθεση «Φόρος τιμής στην Ελλάδα». Είχε θαυμάσει ένα προς ένα τα έργα κι είχε ριγήσει από περηφάνια διαβάζοντας τα λόγια του Ροζέ Μιλιέξ για «το θάμα που στάθηκε τότες η εμπόλεμη Ελλάδα». Ποιος δεν είχε βουρκώσει με εκείνο το αξέχαστο του Αντρέ Φουζερόν: «νομίζετε πως ένα σχέδιό μου θα γινόταν δεκτό από την Πινακοθήκη της Αθήνας;»  
Όταν άκουσε πως τα ξαναβγάζουν βολόδερνε για μέρες στεναχωρημένος και σκεφτικός. Και ξαφνικά ένιωσε σαν κάποιος από πάνω να του έστελνε σήμα. Κατέστρωσε λεπτομερώς το σχέδιο μετά από απανωτές επισκέψεις στην έκθεση - πότε με το πραγματικό του πρόσωπο και πότε με μαύρα γυαλιά, ψεύτικα μουστάκια και καπέλο. Στη συνέχεια φρόντισε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο εξοπλισμό. Για το επιχειρησιακό κομμάτι  έκρινε απαραίτητη τη συμμετοχή του κομψευάμενου - του αρραβωνιαστικού της ανιψιάς της Κερασίας. Φυσικά και δεν του είχε καμιά εμπιστοσύνη. Θα τον έβαζε στο κόλπο και μετά θα τον  έστελνε στο χωριό του να φτιάχνει μαρμελάδες. Η δουλειά δεν ήταν καθόλου δύσκολη. Ο Μάξιμος την έκανε να φαίνεται παιχνιδάκι, νομίζοντας πως πάει για γερή μπάζα. 
Στην αρχή, ο γέρος είχε αφήσει να εννοηθεί πως υπάρχει στημένο δίκτυο. Όταν το Στέλεχος ("τρομάρα του", σκεφτόταν ο Μίλτος) κατάλαβε πως την είχε πατήσει, ψέλλισε κάτι για κολλητούς που θα  έβγαζαν το πράμα στο εξωτερικό. Βλέποντας το αγριεμένο  βλέμμα του Μίλτου όμως, πείστηκε πως η οργάνωση θα τον καταδίωκε και θα τον τιμωρούσε παραδειγματικά αν τολμούσε να αναφέρει ξανά το θέμα. 
Οι λεπτομέρειες της επιχείρησης βγήκαν στις εφημερίδες τις επόμενες μέρες. Ο Μίλτος φρόντισε να συσκευάσει και να κρύψει τα κλοπιμαία στο υπόγειο του σπιτιού του, αφαιρώντας σανίδες από το δάπεδο και τοποθετώντας τες ξανά με προσοχή. Οι πίνακες θα ξανάβγαιναν στο φως όταν θα ερχόταν η ώρα. Κι αν αυτή η ώρα αργούσε  θα άφηνε λεπτομερείς οδηγίες στη διαθήκη του. Η προκήρυξη βρέθηκε μια εβδομάδα μετά το συμβάν, σε κάδο μπροστά σε κτήριο εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας. Το κείμενο περιέγραφε λεπτομερώς την επιχείρηση, επισημαίνοντας την  ελλιπή φύλαξη των έργων ως δείγμα γενικότερης ανικανότητας, δίνοντας το ιδεολογικό στίγμα και καταλήγοντας: 
«Εμείς, τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσής Οι Γέροι στο Πάρκο, είμαστε πεπεισμένοι πως οι συνθήκες, βάσει των οποίων οι Γάλλοι καλλιτέχνες προσέφεραν αυτά  τα τιμητικά δώρα, δεν υφίστανται πλέον στην Ελληνική κοινωνία. Προβαίνοντας σε μια συμβολική πράξη, αφαιρούμε από τον Ελληνικό λαό το δικαίωμα κατοχής τους μέχρι νεωτέρας».

.

Monday, July 11, 2011

Γαριδομακαρονάδα


(Έγκλημα στο Κολωνάκι)

"Άει στο καλό, όλα τα στραβά σ’ εμένα", σκέφτηκε και ίσιωσε το λαστιχάκι του στρίνγκ της βλέποντάς τον να πλησιάζει. Είχε προλάβει βλέπεις να τον σκυλοβρίσει μέσα στη βιασύνη της για το ραντεβού στο κανάλι. Ούτε για μια στιγμή δεν της πέρασε  από το μυαλό την ώρα που πάλευε με το τιμόνι του τζιπ στο Κολωνακιώτικο στενάκι ότι ο μαλάκας που της έκλεινε τον δρόμο θα αποδεικνυόταν λαχείο. "Η Σάσα κι η Γωγώ κόβουν φλέβες για ένα ντίνερ με κάτι τέτοιους κι εσύ βλαμμένη του κατέβασες όλα τα μπινελίκια που ξέρεις και δεν έχεις περάσει και ρίζες και το μπότοξ φούσκωσε παραπάνω στη δεξιά πλευρά και οι τρέσες είναι υπό κατασκευή και ο τύπος δεν παίζεται".
Ο «τύπος» πλησίαζε βιαστικά προς το μέρος της φορώντας το καθιερωμένο γκρι κοστούμι με τα μανικετόκουμπα και το λευκό πουκάμισο – για να τονιστεί το σολάριουμ -  μιλώντας με μπλου τουθ για ένα προτζεκτ που έπρεπε να προχωρήσει επειγόντως, για έναν υπουργό που ήταν πίστ οφ και θα τα γαμούσε όλα και για ένα τιμ που, σε τελική ανάλυση, έπρεπε να κόψει τον κώλο των φάκινγκ ίντιοτς. Φθάνοντας, ακούμπησε με ύφος τον δεξί του αγκώνα στο παράθυρό του τζιπ στρέφοντας προς την Λάουρα ένα ρόλεξ με γαλάζιο καντράν.  "Άει στα διάλα, σ΄εμένα όλα", σκέφτηκε εκείνη γυρνώντας προς το μέρος του με το καλό της χαμόγελο (τουλάχιστον η λεύκανση ήταν φρέσκια και το στήθος είχε κοστίσει έξι χιλιάδες ευρώ πέρσι. Λίγη αυτοπεποίθηση δεν βλάπτει!).
"Μη νευριάζεις κοπελιά, το τράφικ είναι μέσα στο πρόγραμμα", της είπε κλείνοντας το κινητό του. "Μήπως να το πάρω εγώ για να προλάβω και το μίτινγκ;" Η Λάουρα Μπούκουρα κατέβηκε πρόθυμα από την θέση του οδηγού και το κελεπούρι κατάφερε με επιδέξιες κινήσεις να περάσει σύρριζα το τζιπ της δίπλα από το δικό του και να το στρίψει με κατεύθυνση προς την πλατεία. "Με σώσατε", του είπε, λίγο πριν αρχίσει να σωριάζεται αναγκάζοντάς τον να την πιάσει για να μην χτυπήσει στο κράσπεδο. Αλά Γιάννα. Η Ζωζώ κι η Σάσα θα πάθαιναν εγκεφαλικό όταν θα το μάθαιναν.
Ο κεραυνοβολημένος εκζέκιουτιβ στεκόταν επί τρία λεπτά στη μέση του δρόμου, αγκαλιά με μια λιπόθυμη τηλεπερσόνα κι ένα κινητό που χτυπούσε ασταμάτητα. Ταυτοχρόνως οι μισοί πρώην γιάπις και νυν γκόλντεν μπόιζ τζιπάδες του Κολωνακίου είχαν μαζευτεί στον φρακαρισμένο δρόμο κορνάροντας ανελέητα και παλεύοντας να φτάσουν στις δουλειές τους.
Όταν η Λάουρα κατάφερε να «σταθεί στα πόδια της», ο Μάξιμος Καλυτερίδης, ο νταϊρέκτορ τζένανεραλ της Φούμικο Γκρίς αυτοπροσώπως, ανέλαβε να μαζέψει τα δυο αυτοκίνητα ώστε να φύγουν τα τζιπ που συνωστίζονταν στους γύρω δρόμους. Χάρη στην ετοιμότητά του αυτήν τα πρότζεκτ και τα μίτινγκ - που είχαν καθυστερήσει εξαιτίας της παλιάς συνήθειας της Λάουρας Μπούκουρα να επιδίδεται στη θέαση μεσημεριανών εκπομπών - μπορούσαν πλέον να συνεχιστούν κανονικά.
"Όχι καλέ στο νοσοκομείο! Δεν είμαι δα και του θανατά", του είπε όταν επιτέλους «συνήλθε». Στο μεταξύ, το πρότζεκτ του Μάξιμου Καλυτερίδη είχε πάει άπατο για την ώρα, προς μεγάλη στεναχώρια των γραβατωμένων με τα μανικετόκουμπα που συνέχιζαν να τηλεφωνούν μανιωδώς. "Γουάτ α φακ", μονολόγησε το στέλεχος ρίχνοντας μια πεταχτή ματιά στα πανάκριβα βυζιά της Λάουρας και αποφασίζοντας να αναβάλει το κόψιμο κώλων για την επόμενη...
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε το ίδιο βράδυ στο διαμέρισμα του Μάξιμου. Ο οικοδεσπότης, εδικά για την περίσταση, είχε φροντίσει να αγοράσει αρωματικά κεριά και είχε βάλει σε λειτουργία όλα τα φενγκ σούι γκάτζετ που είχε εγκαταστημένα στο μπαλκόνι του (κελαδίσματα πουλιών, κελαρύσματα νερών, ήχους τριζονιών κλπ).  Γενικώς από φενγκ σούι έσκιζε, λόγω πρόσφατης επίσκεψής του σε «τρέντι» γαλλικό κατάστημα ειδών κήπου που έκανε θραύση στο Κολωνάκι. Το δράμα άρχισε όταν αποφάσισε να διαβεί το κατώφλι της κουζίνας του. Στο έγκλημα συμμετείχαν κάτι πρέζες αποξηραμένου κρεμμυδιού, λίγο σκόρδο σε σκόνη, ένα μείγμα αποξηραμένων μυρωδικών, μια κονσέρβα ντομάτας και κάτι κατεψυγμένες γαρίδες. Την παράλογη χρήση των ανωτέρω υλικών θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει μόνο λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν του την παραβατική του ιδιοσυγκρασία του μάγειρα. Τα λοιπά είναι μια πικρή μαγειρική ιστορία.
Στο μεταξύ, η Λάουρα, χτυπημένη βάναυσα από την οικονομική κρίση, είχε αναγκαστεί, προκειμένου να ανταπεξέλθει στο κρίσιμο ραντεβού, να σκαλίσει την περιβόητη ντουλάπα την γιαγιά της, της Κερασία Δαλακούρα. Η Γωγώ κι η Σάσα είχαν επιμείνει σε ένα απλό Ντόνα Καράν. "Για να είσαι αριστοκρατική και όχι ξέκωλο", διευκρίνισε η Σάσα. Ένας θεός ξέρει τι σκόπευε να το κάνει το συγκεκριμένο η Κερασία όταν το αγόραζε. Πάντως της Λάουρας της ήρθε γάντι. Χτύπησε την πόρτα του Μάξιμου κατά τις εννιά κι αυτός την υποδέχτηκε παρφουμαρισμένος. Είχε στρώσει το τραπέζι στο μπαλκόνι με διακριτικό φωτισμό, πουλιά, τριζόνια, νερά, δέντρα και συνθετικό γρασίδι. "Ένας παράδεισος στην καρδιά της πόλης", συνήθιζε να λέει ο εκζέκιουτιβ.
Το δείπνο πήγε καλά. Οι μαγειρικές αστοχίες του οικοδεσπότη πέρασαν απαρατήρητες και η σχέση άρχισε να συσφίγγεται τις επόμενες εβδομάδες. Όμως δεν ήταν γραφτό του Μάξιμου και της Λάουρας να μοιραστούν τον  παράδεισο πού είχαν ονειρευτεί στα ένδοξα χρόνια της εφηβείας τους – τότε που κοιτούσαν ονειροπόλα τα ταβάνια των υπνοδωματίων τους αγκαλιά με το περιοδικό Κλικ. Τα χαρτζιλίκια της Κερασίας είχαν στερέψει για την Λάουρα. Το τζιπ που είχε αγοράσει από τις δουλειές στην τηλεόραση ήθελε μια δεξαμενή βενζίνη για να κινηθεί κι ένα συρτάρι λεφτά για  τέλη κυκλοφορίας. Άσε που δεν πουλιόταν με τίποτα. Επιπλέον, η Λάουρα χρωστούσε ήδη τρία νοίκια για το ρετιρέ στην Σουηδίας, αναγκαζόταν να φορά δυο και τρεις φορές το ίδιο ρούχο και να χρησιμοποιεί τη συγκοινωνία για τις βραδυνές της εξόδους.
Το τελειωτικό χτύπημα όμως ήταν η απόλυση του Μάξιμου. Η εταιρεία του κήρυξε πτώχευση  και το στέλεχος βρέθηκε εκτός. Χωρίς να χάσει χρόνο, ρίχτηκε σε μια μανιώδη αναζήτηση που κράτησε αρκετές εβδομάδες. Προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία το δίκτυο που καθάριζε τόσα χρόνια. Οι «θείοι» όμως δεν απαντούσαν στις κλίσεις του. Παλιοί γνωστοί πετούσαν ειρωνικές ατάκες και  οι πιτσιρικάδες στο μετρό έριχναν περιφρονητικά βλέμματα στο ακριβό κοστούμι, στο μοδάτο κινητό και τον σινιέ χαρτοφύλακα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το τζιπ του βρέθηκε καμένο στο πάρκινγκ  την επόμενη των γεγονότων στο Σύνταγμα.
Ο Μαξιμος Καλυτερίδης ήταν όσο διορατικός χρειαζόταν για να συνειδητοποιήσει  πως είχε να κάνει με αυτό που λέμε «τέλος εποχής». Έπεισε πολύ εύκολα την Λάουρα κι έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς του με τον «παράδεισο στην καρδιά της πόλης». Λίγες εβδομάδες αργότερα πάρκαρε έξω από της Κερασίας έτοιμος για δράση. Ακούγοντας το κορνάρισμα, η Λάουρα πετάχτηκε από την είσοδο της πολυκατοικίας κι άρχισε να φορτώνει τα μπαγκάζια της στο μεταχειρισμένο βαν. Στη Δράμα, στο πατρικό του, θα έβλεπαν πως θα τα έβγαζαν πέρα. Θα  έκαναν, λέει, βιολογικές καλλιέργειες. Δεν τα είχε καταλάβει και όλα όσα της είχε πει ο Μαξ. Θα έφτιαχναν  μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, συνεταιρισμό…
Πάντως οι καινούργιες τρέσες της πήγαιναν μια χαρά – αυτό το χατίρι το είχε κάνει στον εαυτό της. Φόρτωσε την τελευταία βαλίτσα, την κόκκινη τη λουί βιτόν (αυτήν με τα τιπ τοπ και τα κλατς). Βλαστήμησε (την τελευταία στιγμή έσπασε το μεσαίο της νύχι)  κι ανέβηκε στο βαν. Η Κερασία είχε βγει στην εξώπορτα και τους αποχαιρετούσε.
Τον Αύγουστο με τις μεγάλες ζέστες θα πήγαινε να τους δει…

Sunday, February 13, 2011

Ριζότο


(Ο Σεφ και η Ευγενία)


Βεβαίως  εξακολουθούσε να αναστατώνεται όταν  ο αφρός λεμονιού δεν έδενε σωστά πάνω στη σούπα από λάπαθο και μαριναρισμένες καραβίδες.  Οι βοηθοί τον εκνεύριζαν σε τακτά χρονικά διαστήματα, διαπράττοντας γελοίες αστοχίες και αναγκάζοντας τον να τους εξηγεί λεπτομερώς τα στάδια παρασκευής. Και τότε ξεσπούσε κρίση στην κουζίνα. Οι μαγέροι κατέβαζαν ντροπιασμένοι τα κεφάλια, ως όφειλαν, και ζητούσαν συγνώμη για την απογοήτευση που είχαν προσφέρει στον σεφ. Την τελευταία φορά μάλιστα, ο θρασύς Άκης Μετρετζίκης έβαλε τα κλάματα μετανιωμένος για μια ανήκουστη αυθαιρεσία, εξαιτίας της οποίας το θείο τσιζ κέικ του Μάνου Αλεξόπουλου είχε μετατραπεί σε μια γελοία διασκευή. 
Τα ζητήματα αυτά  όμως είχαν λυθεί εδώ και πολλά χρόνια. Σχεδόν από την αρχή της καριέρας του. Χάρη στο αναμφισβήτητο ταλέντο του, ο Αλεξόπουλος είχε ανέβει γρήγορα τα σκαλιά της ιεραρχίας και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα οι πάντες στην κουζίνα τσακίζονταν να τον υπακούσουν. Παρόλα αυτά, εδώ και λίγους μήνες, ο σεφ βασανιζόταν από μια έλλειψη ενθουσιασμού, μια αδιόρατη κακοκεφιά την οποία προσπαθούσε να  κρύψει  φροντίζοντας με ζήλο την εμφάνισή του και τηρώντας το εθιμοτυπικό της κουζίνας δέκα φορές πιο αυστηρά από ότι στο παρελθόν. 
Την κατάσταση επιβάρυνε η παρουσία του φιλόδοξου και αντιπαθητικού Άκη. Κατά την γνώμη του σεφ επρόκειτο για έναν άνοστο νεαρό μαθητευόμενο που είχε την τάση να φυτρώνει παντού. Επιπλέον, ο άνθρωπος αυτός συνήθιζε να κοιτάζει τον Αλεξόπουλο  με βλέμμα γεμάτο λατρεία και και να τον καταδιώκει ανελέητα. Η καταδίωξη ξεκινούσε νωρίς το πρωί, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της εκπομπής στην οποία ο σεφ συμμετείχε ως κριτής. Ο Μετρετζίκης ήταν ένας από τους υποψήφιους  μάστερ σεφ. Για την ακρίβεια διεκδικούσε με αξιώσεις ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και μια αξιοζήλευτη θέση τηλεμάγειρα σε κάποιο πρωινάδικο. Τα μαρτύριο του Μάνου Αλεξόπουλου όμως συνεχιζόταν και τα βράδια, μια που  ο υποψήφιος τον ακολουθούσε στην κουζίνα του εστιατορίου όπου εργαζόταν. Για κακή τύχη του σεφ ο τύπος αυτός είχε προσληφθεί εκεί ως βοηθός, μετά από μια υστερική κρίση της ιδιοκτήτριας, που επέμενε να εμπλουτίσει το προσωπικό της κουζίνας με «επώνυμους μάγειρες». To βασικό πρόβλημα με τον μαθητευόμενο ήταν ότι τολμούσε να σηκώνει τα μάτια του  στην Ευγενία Θανασίδου. Την όμορφη και αιθέρια Ευγενία Θανασίδου με την οποία ο Μάνος Αλεξόπουλος ήταν βαθιά και ανομολόγητα ερωτευμένος. Το γεγονός αυτό όμως έπρεπε να παραμείνει εφτασφράγιστο μυστικό, καθώς εκείνη ήταν η σύζυγος του δημοφιλούς πολιτικού Άδωνι Γρηγοριάδη.  
Η μαύρη αλήθεια είναι πως, πριν καλά καλά γνωρίσει την Ευγενία, ο σεφ απεχθανόταν το Γρηγοριάδη παρατηρώντας τον να ωρύεται  στα τηλεπαράθυρα. Η απέχθεια αυτή οφειλόταν στην ακατάληπτη ηθικολογία με την οποία ο "πολιτικός" συνήθιζε να διανθίζει κάθε φράση του. Πρόσφατα μάλιστα, ο Μάνος είχε νιώσει ντροπή ακούγοντας τον Λάκη Γαζόπουλο να χαρακτηρίζει το ζεύγος «η μαγείρισσα και ο κυνηγός μεταναστών» θεωρώντας πως η φανατική ιδιοσυγκρασία του αντίζηλου  αδικούσε την Ευγενία. 
Γνωρίζοντας τώρα πια το ζευγάρι από κοντά, ο σεφ ήταν πεπεισμένος πως ο άνθρωπος αυτός την αποπροσανατόλιζε, ωθώντας την  σε πράγματα ευτελή και επηρεάζοντάς την ώστε να εγκαταλείψει την μουσική της. Αυτή την ιστορία όμως προτιμούσε να μην την σκέπτεται για την ώρα. Τη δεδομένη στιγμή τον απασχολούσε έντονα το γεγονός ότι ο ηλίθιος Μετρετζίκης φλερτάριζε με θρασύτητα τη μούσα του. Για την ώρα, ο Μάνος προσπαθούσε να νικήσει την επιθυμία του να πνίξει τον άθλιο μαθητευόμενο μέσα στη βελουτέ σούπα πατάτας και πράσου που παρασκεύαζε στο πλατό της εκπομπής, κατά την διάρκεια του καθιερωμένου master class.  Σε ένα διάλειμμα μάλιστα, ο ακατανόμαστος,  είχε γύρει προς το μέρος της και την τάιζε χασκογελώντας και χαριεντιζόμενος. Ο σεφ αποφάσισε τότε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και πλησίασε καρφώνοντας τον Άκη με ένα αυστηρό βλέμμα. Εκείνος έβαλε την ουρά στα σκέλια και εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Η Ευγενία όμως κοίταξε τον Μάνο απορημένη. "Μα γιατί του φερθήκατε τόσο απότομα;", είπε ναζιάρικα και ο σεφ ένιωσε τις πεταλούδες, που τον ταλαιπωρούσαν κάθε φορά που εκείνη του απεύθυνε τον λόγο, να πεταρίζουν στο στομάχι του. Παρόλα αυτά ήταν αποφασισμένος να μιλήσει: "Χμφ, θέλετε να φάμε μαζί Ευγενία, εμ κάποια στιγμή, εμ να συζητήσουμε και…". Μα και βέβαια ήθελε, πως δεν το είχαν σκεφτεί νωρίτερα. Γιατί να μην γνωριστούν καλύτερα; Ίσως αυτή η συνάντηση να γινόταν η αφορμή για μια σοβαρή επαγγελματική συζήτησα. Δεν θα μπορούσαν να συνεργαστούν στο παιδικό μάάστεσσεφ; "Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν πολλά πράγματα να ειπωθούν", απάντησε εκείνη χαμογελώντας με την απαστράπτουσα οδοντοστοιχία της. 
Ο Μάνος Αλεξόπουλος άρπαξε την ευκαιρία για να την καλέσει σε  δείπνο στο σπίτι του – με λίγους καλούς φίλους, της είπε ντροπαλά – κι όταν αυτή δέχτηκε ένιωσε τις πεταλούδες να επιστρέφουν και τα γόνατά του να λυγίζουν. Ο υπεύθυνος του πλατό τους ειδοποίησε τότε να λάβουν  θέσεις και ο σεφ ρίχτηκε στην παρασκευή της επόμενης συνταγής  με μια ζωντάνια που ανάγκασε τους  συναδέλφους του   να τον παρακολουθούν απορημένοι και να τον χειροκροτήσουν στο τέλος με ενθουσιασμό.

Είχε αποφασίσει να αποφύγει τις εκκεντρικότητες. Αγόρασε καρναρόλι, φρέσκα λαχανικά και γαρίδες και ξεκίνησε την προετοιμασία λίγα λεπτά πριν από την άφιξη της καλεσμένης. Η Ευγενία χτύπησε το κουδούνι  πάνω στην ώρα και στάθηκε όρθια δίπλα του ενώ μαγείρευε. Ο Μάνος είχε μόλις σοτάρει φρέσκο κρεμμύδι σε ελαιόλαδο και περνούσε το καρναρόλι από το καυτό λάδι, όταν ένιωσε τις εκνευριστικές πεταλούδες να επιστρέφουν. Προσπάθησε να τις διώξει, ανακατεύοντας σε χαμηλή φωτιά για τρια λεπτά και προσθέτοντας στη συνέχεια τα μανιτάρια για να αφήσουν τα υγρά τους. Άνοιξε ένα μπουκάλι λευκό κρασί κι έσβησε το ριζότο με ένα γεμάτο ποτήρι. Η συζήτηση άρχισε πάνω από την κατσαρόλα, ενόσω ο σεφ ανακάτευε συμπληρώνοντας ζωμό από γαρίδες για να πετύχει το χύλωμα. Ταυτοχρόνως εξηγούσε στην Ευγενία πως η πρόθεσή του  ήταν να μπορέσει επιτέλους να της μιλήσει. Πως δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι και να μην τον παρεξηγήσει καταλογίζοντάς του πονηρές προθέσεις. Απλώς ένιωθε εδώ και καιρό την ανάγκη να της εκμυστηρευτεί μερικές σκέψεις. Γερμένος πάνω από την κατσαρόλα, διάλεγε προσεκτικά τα λόγια του κομπιάζοντας, κάνοντας παύσεις και αποφεύγοντας να την κοιτά. 
Στο τέλος της συνταγής - όταν το φαγητό ήταν έτοιμο να κατέβει από το μάτι - προστέθηκαν οι καθαρισμένες γαρίδες, το βούτυρο και το τυρί, ενώ  η συζήτηση - μάλλον η προσπάθεια για συζήτηση - μεταφέρθηκε στην τραπεζαρία μπροστά σε δυο μεγάλα πιάτα. Ως έμπειρη τηλεοπτική οικοδέσποινα, η Ευγενία ανέλαβε πρωτοβουλία προσπαθώντας φιλότιμα να δημιουργήσει μια πιο ανάλαφρη ατμόσφαιρα. Εξαιτίας αυτής της προσπάθειας το μεγαλύτερο μέρος του δείπνου πέρασε με ουδέτερα σχόλια και φλυαρία σχετικά με τη δουλειά και την έκβαση του διαγωνισμού μαγειρικής. Στο μεταξύ, ο σεφ χαλάρωνε και ανακτούσε την αυτοκυριαρχία του. Κάποια στιγμή μάλιστα, εντελώς απροσδόκητα, την διέκοψε ζητώντας της με πολύ σοβαρό ύφος να εγκαταλείψει όλην αυτήν την ελαφρότητα και να επιστρέψει στη μουσική της. Να μην παρασύρεται από τον Άδωνι, να μην υπακούει στις σειρήνες τους εύκολου πλουτισμόυ και της πρόσκαιρης φήμης αφήνοντας όλην αυτήν τη γελοιότητα να την καταστρέψει. Η μαέστρος αιφνιδιάστηκε, «θα καταρρεύσω!» ψιθύρισε, πίνοντας μια γερή γουλιά από το ποτήρι της. 
Της χρειάστηκαν ελάχιστα δευτερόλεπτα για συνέλθει από το σοκ. Στη συνέχεια σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και πέρασε τον σεφ γενναίες δεκατέσσερις. Πώς τολμούσε; Με ποιο δικαίωμα της έκανε κριτική; Πώς έφτασε να πιάσει τον άνδρα της στο στόμα του; Πώς αυτός, ένας τηλεμάγειρας, έχει το θράσος να κάνει τον κουλτουριάρη και τον αντιστασιακό. Ο εξάψαλμος κράτησε λίγα λεπτά ακόμη κι όταν εκείνη βρόντηξε με δύναμη την πόρτα του διαμερίσματος αποκαλώντας τον θρασύ και αγενή, ο Μάνος ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι, πιάνοντας το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Στο διαμέρισμα απλώθηκε σιωπή. Ο σεφ σηκώθηκε και βάδισε αργά προς την κρεβατοκάμαρα. Έβγαλε το τηλέφωνο από την πρίζα, έκλεισε το κινητό του και ξάπλωσε με τα ρούχα για να βυθιστεί σε έναν πολύωρο και κουραστικό ύπνο. 
Ξύπνησε με πονοκέφαλο, έχοντας πάρει οριστικές αποφάσεις.  Ήταν πλέον ξεκάθαρο πως δεν επιθυμούσε να  ξαναγυρίσει στην εκπομπή. Ανέθεσε τα διαδικαστικά στον δικηγόρο του και παραιτήθηκε τηλεφωνικώς από το εστιατόριο, ζητώντας συγνώμη από την κεραυνοβολημένη ιδιοκτήτρια. 
Στο άκουσμα όλων αυτών, ο Άκης Μετρετζίκης έβαλε για τα κλάματα, κατά το συνήθειό του, ομολογώντας πως θεωρεί τον σεφ πατέρα του, πως εδώ και χρόνια ήταν το πρότυπό του, πως ήθελε να του μοιάσει, πως ένιωθε ευτυχισμένος το τελευταίο διάστημα δουλεύοντας δίπλα του. Ζήτησε μάλιστα από τον Μάνο Αλεξόπουλο να τον λογαριάζει για τον καλύτερό του φίλο και τον προέτρεψε να του ζητήσει οτιδήποτε. Στη συνέχεια, διακρίνοντας τη στεναχώρια στο πρόσωπο του του σεφ, δήλωσε πως δεν είχε σκοπό να τον αφήσει από τα μάτια του μέχρι την στιγμή που θα απογειωνόταν το αεροπλάνο του. Και φυσικά θα περίμενε στο αεροδρόμιο για να τον παραλάβει κάθε φορά που θα επέστρεφε. 
Ο Άκης τήρησε τον λόγο του με θρησκευτική προσήλωση, προκαλώντας στον φίλο του φρικτές ενοχές. Την ημέρα της αναχώρησης τον συνόδεψε στο αεροδρόμιο. Το ταξί Νο32 της εταιρείας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ τους παρέλαβε από την είσοδο της πολυκατοικίας του Μάνου καθώς, η προγραμματισμένη πτήση για Λονδίνο αναχωρούσε αργά το μεσημέρι. 
Ο Σάκης είχε κατέφθασε με τις πάντες φρενάροντας απότομα και κατεβαίνοντας σβέλτα για να φορτώσει τις βαλίτσες.  Στη διαδρομή για το αεροδρόμιο ο Λάμψη Fm έπαιζε το τελευταίο σουξέ του Κιάμου. Από τον καθρέφτη του οδηγού, ο ταξιτζής έριξε μια λοξή ματιά  στο πίσω κάθισμα κι είδε το Μάνο να ρεμβάζει μουτρωμένος. Αντάλλαξε ένα βλέμμα του με τον  Άκη κι άρχισαν να τραγουδούν μαζί «σφύριξα κι έληξες, έληξες, έληξες».